Μιὰ μέρα, ὁ Γέροντας Πορφύριος πῆρε τρία πνευματικά του παιδιά, γιὰ νὰ τελέσει ἕναν Ἑσπερινὸ σὲ κάποιο μοναστήρι. Ἀρχικά, εἴπανε νὰ πᾶνε μὲ τὰ πόδια· ἀφοῦ, ὅμως, περπάτησαν κάποια ἀπόσταση καὶ ἐπειδὴ ὁ Γέροντας ἦταν κουρασμένος, ἀπoφάσισαν νὰ πάρουν ΤΑΞΙ. Ἀμέσως φάνηκε ἕνα ΤΑΞΙ καὶ τὰ πνευματικά του παιδιὰ εἶπαν νὰ τοῦ κάνουν νεῦμα νὰ σταματήσει.
- Θὰ σταματήσει μόνος του ὁ ὁδηγός· ἀλλὰ ὅταν μποῦμε μέσα, μὴ μιλήσει κανένας στὸν ὁδηγό. Μόνον ἐγὼ θὰ τοῦ μιλάω, εἶπε ὁ Γέροντας Πορφύριος.
Πράγματι, σταμάτησε χωρὶς νὰ τοῦ κάνουν νεῦμα. Μόλις ξεκίνησε, ἄρχισε ὁ ὁδηγὸς τοῦ ΤΑΞΙ νὰ καταφέρεται ἐναντίον τῶν κληρικῶν καὶ νὰ τοὺς κατηγορεῖ γιὰ 1002 πράγματα.
- Ἔτσι δὲν εἶναι βρὲ παιδιά; Τί λέτε κι’ ἐσεῖς; ἔλεγε ὁ ὁδηγὸς τοῦ ΤΑΞΙ στὰ παιδιά, ἀλλὰ ἐκεῖνα, ὅμως, «τσιμουδιά», κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος Πορφυρίου.
Ἀφοῦ, λοιπόν, εἶδε καὶ ἀποεῖδε ὅτι δὲν τοῦ ἀπαντοῦσαν τὰ παιδιά, στράφηκε στὸ Γέροντα: