Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Άγιος Ευλόγιος. Ένας Λατόμος Άγιος..!!! +27 Απριλίου

λατομοςὙπάρχουν, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού κάνουν προσευχή, ἀλλά στίς προσευχές τους δέν ζητοῦν πράγματα πού ἀποβλέπουν στή σωτηρία τῆς ψυχῆς, κα­θώς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία, «τά καλά καί συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν». Ζητοῦν πράγματα ὑλικά, χρήματα, τιμές, δόξες καί ἄλλα ἀνθρώπινα μεγαλεῖα, πού φαίνον­ται στήν ἀρχή ὅτι θά τούς εἶνε ὠφέλιμα καί εὐεργετικά, κι ὅμως στό τέλος αὐτά πού ζητοῦν, ἄν τούς δοθοῦν, καταν­τοῦν ψυχικῶς ἐπιζήμια καί καταστρεπτικά.

Ἄς ἀναφέρουμε ἕνα παράδειγμα. Λένε ὅτι κάποιος φτωχός ἄνθρωπος ἀγόρασε ἕνα λαχεῖο καί πήγαινε στίς ἐκκλησίες κι ἄναβε κεριά, προσκυνοῦσε τίς εἰκόνες καί παρακαλοῦσε νά τοῦ πέση τό λαχεῖο. 
Ὁ Θεός βέβαια δέν ἀκούει τέτοιες προσευχές, γιατί ξέρει τί εἶνε ἐκεῖνο πού συμφέρει στούς ἀνθρώπους. Τούς δίνει ὅμως κάποτε κατά παραχώρησι αὐτό πού ζητοῦν, γιά νά τούς διδάξη πώς αὐτό δέν ἦταν συμφέρον τους. 
Ἔπεσε λοιπόν καί σ΄ αὐτόν τό λαχεῖο. Ἔγινε εὐτυχισμένος; Ὄχι. Ἀπό τήν πολλή του χαρά τρελλάθηκε καί τόν ἔκλεισαν στό φρενοκομεῖο. Γι΄ αὐτό ὁ Χριστός σέ ὅλους ὅσους προσεύχονται ἔτσι ἀπαντᾶ: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε», δηλαδή, δέν ξέρετε τί ζητᾶτε.

Αὐτά πού λέμε γιά τήν προσευχή τά βλέπουμε στή ζωή ἑνός ἁγίου, τοῦ ἁγίου Εὐλογίου, πού γιορτάζει στίς 27 Ἀπριλίου
Στό βίο τοῦ ἁγίου αὐτοῦ ὑπάρχει κάποιο διή­γημα, πού ὅσο κι ἄν φαίνεται παράξενο καί ἀπίστευτο στούς πολλούς ὅμως περικλείει ἕνα σπουδαῖο δίδαγμα, ὅτι πρέπει νά προσέχουμε στά αἰτήματα τῶν προσευχῶν μας.



Κάτω στήν Αἴγυπτο, στούς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ, σέ μιά ἔρημο πού ὠνομαζόταν Θηβαΐς εἶχαν συγκεντρωθῆ χιλιάδες μοναχοί, πού ζοῦσαν σέ μοναστή­ρια καί σκῆτες μιά ἀξιοθαύμαστη ζωή. Ζοῦσαν σάν ἄγγε­λοι παρά σάν ἄνθρωποι. Ἀλλά στά μέρη ἐκεῖνα τά εὐλογημένα ζοῦσε καί ἕνας πού δέν ἦταν μοναχός οὔτε ἀσκη­τής. Ἦταν κοσμικός. Ὠνομαζόταν Εὐλόγιος. 
Αὐτός ὁ λαϊκός Εὐλόγιος, πού δέν ζοῦσε μέσ΄ στά μοναστήρια, κατώρθωσε νά φτάση σέ μεγάλο ὕψος ἀρετῆς, πού θά ζήλευαν καί oἱ μεγαλύτεροι ἀσκηταί. 
Ποιά ἦταν ἡ ἀρετή του; 
Ἡ ἀρετή πού τόν δόξασε ἦταν ἡ ἐλεημοσύνη. 
Φιλοξενοῦσε κάθε ἄνθρωπο, ξένους καί γνωστούς, καί τούς ὑπη­ρετοῦσε ὁ ἴδιος. 
Ἀναδείχτηκε ἕνας νεώτερος Ἀβραάμ. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ Ἀβραάμ ὁ πατριάρχης φιλοξενοῦσε ἀπό τά πλούσια ἀγαθά πού εἶχε, ἐνῶ ὁ Εὐλόγιος ἦταν φτωχός καί ἐργαζόταν κάθε μέρα σέ σκληρή ἐργασία. Ἦταν λατόμος. Δηλαδή ἔσπαζε πέτρες. Καί ὅ,τι κέρδιζε ἀπό τήν ἐργασία του τό διέθετε γιά τή φιλοξενία
Τίποτε δέν κρατοῦσε γιά τόν ἑαυτό του, γι’ αὐτό καί τόν ὀνόμα­ζαν ξενοδόχο καί ὄχι λατόμο. 
Δέν εἶχε βέβαια ξενοδοχεῖο, ἀλλ΄ ἡ ἀγάπη του ἦταν τόσο μεγάλη στήν ἔρημο ἐκείνη, ὥστε στήν καλύβα του ἀξιώθηκε νά φιλοξενήση πολλούς ἀνθρώπους, ὅσους δέν φτάνουν νά φιλοξενήσουν ξενοδο­χεῖα πόλεων. Ἕνα περιστατικό ἀρκεῖ νά δείξη τό ὗψος τῆς ἀρετῆς του.

Ἕνας ἀββᾶς, ὁ Δανιήλ, μέ συνοδό του ἕνα μαθητή του ἔφτασε ὕστερα ἀπό κουραστικό ταξίδι στά μέρη τῆς Θηβαΐδος. 
Κανένας δέν προθυμοποιήθηκε νά τόν φιλοξε­νήση. Στεκόταν στήν πλατεία. Ὅταν νύχτωσε, εἶδαν ἕνα γέροντα πού κρατοῦσε φανάρι καί ἔψαχνε νά βρῆ φτω­χούς καί ξένους γιά νά τούς φιλοξενήση στήν καλύβα του. 
Ἦταν ὁ Εὐλόγιος. 
Ὅταν εἶδε τόν ἀββᾶ Δανιήλ, ἔπεσε καί τόν προσκύνησε καί τόν παρακάλεσε νά ἔλθη νά τόν φιλο­ξενήση. 
Πῆγαν στό σπίτι του, καί ὁ Δανιήλ μέ τόν συνοδό του φιλοξενήθηκαν πλούσια.

Τό πρωί ὁ Δανιήλ ἀνεχώρησε. 
Ὁ συνοδός του, πού ἐντυπωσιάσθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἀγάπη καί τήν ἁπλό­τητα τοῦ Εὐλογίου, ρώτησε τό γέροντά του, τί εἶνε αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Κι ὁ γέροντάς του τοῦ διηγήθηκε τά ἑξῆς περί­εργα πράγματα.

– Παιδί μου, τοῦ εἶπε, ὁ Εὐλόγιος, πού τόσο ἁπλόχερα μᾶς φιλοξένησε, δέν εἶνε ἀσκητής. Εἶνε λαϊκός. Ἐργάζε­ται λατόμος καί ὅ,τι κερδίζει τό διαθέτει γιά τή φιλοξενία φτωχῶν καί ξένων. Κοντεύει τά ἑκατό χρόνια, ἀλλ΄ ὁ Θεός τοῦ δίνει δύναμι καί ἐργάζεται τόσο σκληρά. 
Πᾶνε τώρα σαράντα χρόνια ἀπό τότε πού γιά πρώτη φορά γνώρισα τόν ἄνθρωπο αὐτό. Καί ἐπειδή τόν εἶδα νά δείχνη τόση ἀγάπη, ἄν καί πάμφτωχος, παρακάλεσα τό Θεό νά δώση στόν Εὐλόγιο πλοῦτο πολύ, γιά νά φιλοξενῆ ὅσο μπορεῖ πιό πολλούς φτωχούς καί ξένους. 
Νόμιζα ὅτι τό αἴτημά μου ἦταν καλό, ἕνας φτωχός ἄνθρωπος νά γίνη πλούσιος, γιά νά κάνη μεγαλύτερο καλό. Παρακαλοῦσα πολλές βδο­μάδες τό Θεό καί ἔμεινα νηστικός εἴκοσι μέρες. 
Ξαφνικά βλέπω ὅραμα. Βλέπω ἕναν ἔνδοξο καί σεβάσμιο ἄνθρωπο. Μέ ρώτησε: –Τί ἔχεις, Δανιήλ; – Ἔταξα στόν ἑαυτό μου, ἀπάντησα, νά μή φάω τίποτε μέχρι ὁ Χριστός νά εἰσακούση τήν προσευχή μου καί νά κάνη πλούσιο τόν Εὐλό­γιο, γιά νά εὐεργετῆ περισσότερο τούς φτωχούς. – Ἐάν θέλης, εἶπε ὁ σεβάσμιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, νά δώσω πλοῦτο, πρέπει νά ἐγγυηθῆς γιά τήν ψυχή του, ὅτι γινόμε­νος πλούσιος θά σωθῆ. Ἐγγυᾶσαι; – Ναί, ἀπάντησα ἐγώ ὁ ἀσύνετος. 
Τότε βλέπω δύο ἀγγέλους, πού πλησίασαν τόν Εὐλόγιο καί τοῦ ἔδωσαν ἄφθονα χρήματα. 
Αὐτό εἶνε τό ὅραμα πού εἶδα. 
Ἀπό τό ὅραμα αὐτό, συνεχίζει ὁ ἀββᾶς Δανιήλ, κατάλαβα ὅτι ὁ Θεός ἄκουσε τήν προσευχή μου, ἄν καί ἡ προσευχή ἦταν ἑνός ἀνοήτου ἀνθρώπου.

Ἄκουσε τώρα τή συνέχεια. 
Ὁ Εὐλόγιος μιά μέρα, χτυπώντας μιά πέτρα, εἶδε κάτω ἀπό τήν πέτρα ἕνα λάκκο γεμάτο ἀπό χρυσάφι. 
Τό χρυσάφι αὐτό ἔβαλε σέ πειρασμό τόν πάμφτωχο Εὐλόγιο, καί χωρίς νά πῆ σέ κανέναν τί­ποτε πῆρε ὅλο τό χρυσάφι καί ἀποφάσισε νά πάη στήν Κωνσταντινούπολι καί ἐκεῖ νά παραμείνη μέχρι τέλους ἀγνώριστος
Ἄφησε λοιπόν τό ἔργο τοῦ λατόμου καί τή φιλοξενία τῶν φτωχῶν, ἦρθε στήν Κωνσταντινούπολι, ἔχτισε πολυτελές μέγαρο καί κατώρθωσε νά γίνη ἔπαρχος καί νά ζῆ μέ πολλή δόξα καί φαντασία.

Ἀφοῦ δέ πέρασαν λίγα χρόνια, συνεχίζει ὁ Δανιήλ, εἶδα καί ἄλλο ὅραμα. 
Εἶδα ἕναν ἀράπη νά κρατάη ἁλυσσοδεμένο τόν Εὐλόγιο. Ἔφριξα. Κατάλαβα τή σημασία τοῦ ὁράματος καί ἔκλαιγα λέγοντας: «Ἀλλοίμονο, κόλασα τήν ψυχή μου μέ τήν ἐγγύησι πού ἔδωσα».

Ὕστερα ἀπό τό ὅραμα αὐτό ἀναζήτησα τόν Εὐλόγιο. Ἔφτασα στήν Κωνσταντινούπολι καί μέ κόπο πολύ βρῆκα τό μέγαρο ὅπου ἔμενε. 
Ζήτησα νά δῶ τόν Εὐλόγιο, ἀλλά στάθηκε ἀδύνατο. 
Οἱ ὑπηρέτες του ὄχι μόνο δέν μέ δέχτη­καν, ἀλλά καί μέ χτύπησαν. 
Κατάλαβα τώρα πόσο ἁμάρ­τησα πού παρακαλοῦσα τό Θεό νά τοῦ δώση πλούτη, καί παρακάλεσα τήν Παναγία νά μεσιτεύση στό Δεσπότη Κύ­ριο νά μοῦ συγχωρήση τό ἁμάρτημα αὐτό. 
Ἄς ἔχη δόξα ἡ μεγάλη Του εὐσπλαχνία. 
Ἄκουσα τή φωνή τοῦ Κυρίου νά μου λέη: «Δανιήλ, φυλάξου νά μήν κάνης ἄλλο τέτοιο ἁμάρτημα. Ἐγώ θά ἐλεήσω τόν Εὐλόγιο κι ὁ Εὐλόγιος πολύ σύντομα θά ξαναγυρίση στήν πρώτη του κατάστασι».

Δέν πέρασαν τρεῖς μῆνες. Πράγματι ὁ Εὐλόγιος γύρισε πάλι στήν ἔρημο. Πῶς; 
Ὁ βασιλιᾶς πού τόν εἶχε ἔπαρχο πέθανε. 
Ὁ νέος βασιλιᾶς τόσο πολύ τόν μίσησε, ὥστε ζητοῦσε νά τόν φονεύση. 
Γιά νά γλυτώση ὁ Εὐλόγιος, ντύθηκε φτωχικά, ἔφυγε νύχτα ἀπό τήν Πόλι, περιπλανή­θηκε καί τέλος ἔφτασε στήν ἔρημο τῆς Θηβαΐδος. 
Κι ἐκεῖ, μετανοημένος γιά τήν ἄθλια ζωή του στήν πόλι, ἄρχισε πάλι νά σπάζη πέτρες, νά κλαίη καί νά φιλοξενῆ τούς φτωχούς καί τούς ξένους. 
Κι ἐγώ, βλέποντας πόσο μεγά­λος πειρασμός εἶνε τά χρήματα, εὐχόμουν στό Θεό τό ἀντίθετο ἀπό τό πρῶτο, ὁ Εὐλόγιος νά γίνη ὄχι πλουσιώτερος ἀλλά φτωχότερος.



Τό διήγημα αὐτό, ἀγαπητοί μου, ὅσο κι ἄν φαίνεται παράξενο κι ἀπίστευτο σέ πολλούς, εἶνε ὡραιότατο, θυ­μίζει τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, «ὅτι δυσκολως οἱ τά χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».

Ἕνας λατόμος ἅγιος.

Κλικ στις ιστοσελίδες μας: Αρμενιστής, Εμείς και η Κοινωνία μας, Γιάννης Αργυρός Σαντορίνη

Τα λάθη είναι πολλά όπου η αγάπη είναι λίγη. Εκεί που η αγάπη περισσεύει τα λάθη εξαφανίζονται!

Ανακοίνωση των διαχειριστών της ιστοσελίδας μας

Οι απόψεις που δημοσιεύονται δεν απηχούν κατ' ανάγκη και τις απόψεις των διαχειριστών.
Οι φωτογραφίες προέρχονται από τα site και blog που μνημονεύονται ή από google search ή από άλλες πηγές και ανήκουν αποκλειστικά στους δημιουργούς τους.
Τα αποσπάσματα video που δημοσιεύονται προέρχονται από άλλα site τα οποία και αναφέρονται (σαν Πηγή) ή περιέχουν το λογότυπο τους.
Εάν παρόλα αυτά κάποιος/α θεωρεί ότι θίγεται από ανάρτηση του Blog, καλείται να επικοινωνήσει στο atladidas@gmail.com προς αποκατάσταση του θέματος.