Σελίδες

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

Κυριακή Α΄ Λουκά. Πως θα έλθει η ευλογία;

 Εργάζεσθε;  Κυριακή Α΄ Λουκά 5,1-11
Ἡ ἴδια φωνή, ἀγαπητοί μου, ἀκούγεται καὶ πάλι. 
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶνε καὶ σήμερα κατηγορούμενος. Νεώτεροι γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ἀπευθύνουν σφοδρὸ κατηγορητήριο. Καὶ τί λένε; Ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἐμπόδιο γιὰ τὸ σημερινὸ πολιτισμό, ὅτι ὑπνωτίζει τὸ λαό, ὅτι μὲ τὶς ὑποσχέσεις γιὰ αἰώνια ζωὴ παραλύει τὸ δυναμισμὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ προοδεύσῃ.
Εἶνε ἐμπόδιο, λένε, ἡ θρησκεία γιὰ τὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου.
Αὐτὴ εἶνε ἡ κατηγορία. Τί ἔχουμε ν᾿ ἀπαν­τήσουμε;
Εἶνε ἀλήθεια –δὲν τὸ ἀρνούμεθα–, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας διδάσκει καὶ θὰ διδάσκῃ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε ὅπως τὰ ζῷα, εἶνε ἡ κορυ­­φὴ τῆς δημιουργίας, ἔχει θεία προέλευσι, πλά­στηκε γιὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλά. Αὐτὰ ὑ­πενθυμίζει ἡ Ἐκκλησία. Σὲ κάθε θεία λειτουρ­γία δείχνει μὲ τὸν ἱερέα τὰ ἄστρα καὶ λέει· «Ἄ­νω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτ.). Ἡ ζωή μας δὲν τελειώνει στὸν τάφο μὲ τὸ φτυάρι τοῦ νε­κρο­θάφτη· ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀθανασία.
Ἀλλ᾿ ἐνῷ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία διδάσκουν, ὅτι ὁ οὐρανὸς εἶνε τὸ τέρμα τῶν εὐ­γενῶν ἐπιδιώξεων τοῦ ἀνθρώπου, ἐν τούτοις δὲν ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή, ὅπως νομίζουν μερικοί. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἀδιαφο­ρήσουν; 
Ὁ Χριστὸς δὲν ἔπλασε τὸν ἄν­θρω­­πο δισύνθετο, ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, ἀπὸ ὕλη καὶ πνεῦμα; Γνωρίζει λοιπὸν περισσότερο ἀ­πὸ κάθε ἄλλον, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκες πνευματικὲς ἀλλὰ καὶ ὑλικές, ἀνάγκες τῆς ψυ­χῆς ἀλλὰ καὶ τοῦ σώματος. Καὶ ὅπως φροντίζει ὁ Κύριος γιὰ τὶς πνευματικές μας ἀνάγ­κες, φροντίζει καὶ γιὰ τὶς σωματικές. 
Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος· Ποιός πατέρας, λέει, ὅταν τὸ παιδί του ζητήσῃ ψωμί, θὰ τοῦ δώσῃ πέτρα; καὶ ὑπάρχει πατέρας, ποὺ θὰ ζητήσῃ τὸ παιδὶ ψάρι καὶ θὰ τοῦ δώσῃ φίδι; Δὲν ὑπάρχει τέτοιος πατέ­ρας. 
Ἂν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶνε ἀτελής, δείχνῃ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες τοῦ παιδιοῦ του, πολὺ περισσότερο ὁ Πατὴρ ὁ οὐ­ράνιος (βλ. Ματθ. 7,9-11. Λουκ. 11,11-13).
Δὲν εἶνε δυνατὸν ὁ τέλειος Θεὸς ν᾿ ἀδιαφο­ρήσῃ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. 
Ἂν ἀδιαφοροῦσε, τότε δὲν θὰ δημιουργοῦσε τὴν ὕλη, τὸν ὑλικὸ κόσμο. 
Διότι ὅλα τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα, στὰ ὁ­ποῖα στηρίζεται ὁ τεχνικὸς πολιτισμός, ὅλες οἱ πρῶτες ὗλες, τίνος δημιουργήματα εἶνε; Τοῦ Θεοῦ. 
Λόγου χάριν τὸ νερό, ἡ φωτιά, τὰ δέντρα, τὰ βότανα τῆς γῆς, τὰ λουλούδια, τὰ ζῷα, τὰ πουλιά, τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης, ἡ χλόη, ὅλα αὐτὰ τὰ ὑλικὰ πράγματα. Δὲν μᾶς ἔρριξε ὁ Θεὸς ἐπάνω σ᾿ ἕνα πλανήτη ξηρό, ὅπως εἶνε ἡ σελήνη, ἀλλὰ μᾶς ἔβαλε ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχουν ὅλα τ᾿ ἀγαθά, γιὰ νὰ ζοῦμε καὶ νὰ εὐφραινώμαστε. Ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀπολαμβάνουμε εἶνε τοῦ Θεοῦ. Πῶς λοιπὸν θὰ ποῦμε, ὅτι ἀδιαφορεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο;
Θὰ μοῦ πῆτε· Αὐτὰ εἶνε θεωρητικά…

* * *

Θέλετε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, μιὰ ζωντανὴ ἀπόδειξι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς ὑ­λικές μας ἀνάγκες ἀλλ᾿ ἐνδιαφέρεται; 
Νά τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Εἶνε μιὰ ἀπάντησι ἀ­κρι­βῶς στὴν κατηγορία αὐτή.
Ὁ Χριστὸς διδάσκει. Ποῦ διδάσκει, ποιό εἶ­νε τὸ βῆμα του; Ἀνέβηκε σ᾿ ἕνα καΐκι, στάθηκε στὴν πλώρη, κι ἀπὸ ᾿κεῖ μιλοῦσε. Καὶ ποιοί τὸν ἄκουγαν; Γραμματεῖς, φιλόσοφοι, ἐπιστή­μονες, βασιλιᾶδες, πλούσιοι; Κάθε ἄλλο. 
Στὴν παραλία ἤτανε ψαρᾶδες ξυπόλητοι καὶ ἄλλα φτωχαδάκια. Καὶ οἱ καρδιές τους πῶς ἔνιωθαν; σὰν τὸ σφουγγάρι ποὺ πίνει τὸ νερό. Ἐνῷ οἱ φαρισαῖοι δὲν ἤθελαν ν᾿ ἀκούσουν τὸ Χριστό, αὐ­τοὶ ῥουφοῦσαν τὰ λόγια του.
Κι ὅταν τελείωσε ὁ Χριστὸς τί ἔκανε; Ἔκανε αὐτὸ ποὺ γίνεται σήμερα, ποὺ φεύγουμε καὶ κλείνει ἡ ἐκκλησία, καὶ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὸ τί γίνονται οἱ ἄνθρωποι; Ὄχι. Σκέφτηκε τοὺς ψαρᾶδες, τὶς οἰκογένειές τους. Αὐτοὶ οἱ ψαρᾶδες, ποὺ ἄκουγαν τὸ λόγο του, ὅλη τὴ νύχτα εἶχαν κοπιάσει μὰ δὲν κατώρθωσαν νὰ πιάσουνε οὔτε λέπι. Ὁ Χριστὸς σκέφτηκε, ὅτι θὰ πᾶνε τώρα στὰ σπίτα τους καὶ δὲν θὰ ἔ­χουν νὰ φέρουν τίποτε – μόνο οἰκογενειάρχες ποὺ μοχθοῦν ξέρουν τί θὰ πῇ, νὰ γυρίζῃς τὸ βράδυ στὸ σπίτι μὲ ἄδεια χέρια. Κατάλαβε τὸν πόνο τους καὶ τοὺς λέει· Ἀφοῦ ἀκούσα­­τε διδασκαλία καὶ ἡ ψυχή σας τράφηκε μὲ τὸν οὐράνιο ἄρτο, πάρτε πάλι τὰ δίχτυα σας. Τὰ εὐλογῶ ἐγώ· ῥίξτε τα ἄλλη μιὰ φορὰ στὴ θάλασσα. Ὁ Πέτρος, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ψαράδων, λέει· «Κύριε, ὅλη τὴ νύχτα ψαρέψαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε· ἀλλὰ ἐπὶ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον» (Λουκ. 5,5). Ῥίχνουν πράγματι. Καὶ ὤ ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ! Τὰ δίχτυα γέμισαν καὶ πήγαιναν νὰ σπάσουν ἀπὸ τὰ ψάρια. Γέμισε τὸ ἕνα πλοιάριο, γέμισε καὶ τὸ ἄλλο. Πρωτοφανὴς ἁλιεία. Τί εὐλογημένη μέρα αὐ­τή! Ὄχι μόνο γιατὶ ἄκουσαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἔπιασαν τόσα ψάρια.
Ὕστερα λοιπὸν ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ θαῦμα ποιός εἶσαι σὺ ποὺ λές, ὅτι ὁ Χριστὸς ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς ὑλικές μας ἀνάγκες; Αὐτὸ εἶνε συκοφαντία.
Στὰ σπίτια σας, ἀντὶ γιὰ ἐφημερίδες, ἀνοῖ­ξτε τὴν ἁγία Γραφή. Ἀνοῖξτε στὸ Δευτερονόμιον. Πολλοὶ ἴσως πρώτη φορὰ ἀκοῦνε Δευτερονόμιον. Ἀνοῖξτε λοιπόν. Ἐκεῖ, στὸ 28ο κε­­φάλαιο τοῦ Δευτερονομίου, θὰ δῆτε, σὲ ποιό ἔθνος δίνει τὴν εὐλογία του ὁ Θεός. Αὐ­τὰ τὰ λόγια, γραμμένα πρὶν ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες χρόνια, νομίζεις πὼς εἶνε μιὰ ζωντανὴ ἱ­στορία τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Ναί. Κι ἂν θέλετε, ἀνοῖξτε ἀκόμη καὶ τὸν προφήτη Ἠσαΐα. Θὰ τὸν ἀκούσετε νὰ λέῃ· Λαέ μου· «ἐὰν μ᾿ ἀ­κούσετε, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε· ἐὰν δὲν μ᾿ ἀκούσετε, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται (=θὰ σᾶς φάῃ τὸ μαχαίρι)» (Ἠσ. 1,19-20).

* * *

Ἀγαπητοί μου! Ἡ χώρα ποὺ κατοικοῦμε δὲν εἶνε μεγάλη. Εἴμαστε μιὰ μικρὴ χώρα. Τὸ χῶ­μα λιγοστό. Βράχια καὶ πάλι βράχια. Καὶ πάνω στὰ βράχια αὐτά, ποὺ τὰ ποτίσαμε μὲ ἱδρῶτα καὶ μὲ αἷμα, κατοικοῦμε σὲ χωριὰ καὶ πολιτεῖ­ες, σὲ βουνὰ καὶ λαγκάδια, ὀκτώμισυ (8,5) παλαιότερα καὶ τώρα δέκα (10) περίπου ἑκατομ­μύρια ἄνθρωποι. Πῶς νὰ ζήσουμε; Στενοχωρού­μεθα, ὑποφέρουμε. Οἰκογενειάρχες ἀ­ναστενάζουν, κ᾿ ἔρχονται νὰ ποῦν κι αὐτοὶ αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Πέτρος· «Κύριε, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς (καὶ δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας) κοπιάσαντες οὐδὲν ἐπιάσαμε».
Καὶ ὅμως, ἀδελφοί μου, μπορεῖ νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα. Ποιό θαῦμα; Ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι· ἐμεῖς πιστεύουμε. Αὐτὰ τὰ βράχια, ποὺ μᾶς κάνουν καὶ φεύγουμε στὰ ἀνθρακωρυχεῖα τοῦ Βελγίου καὶ στὴν Ἀμερικὴ καὶ κάτω στὴν Αὐστραλία καὶ στὸν Καναδᾶ καὶ στὴ Γερμανία, αὐτὰ –μὴ γελάσῃ κανείς– μποροῦν νὰ θρέψουν διπλάσιο καὶ τριπλάσιο πληθυσμό. Πῶς; Τί χρειάζεται; Ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ! Δὲν μᾶς λείπουν ἄλλα πράγματα, ἕνα μᾶς λείπει· ἡ εὐ­λογία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὤ ἂν μπορούσαμε ὅλοι, δεξιοὶ καὶ ἀριστεροί, ὅλων τῶν χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων, νὰ καταλάβου­με ὅτι, παραπάνω ἀπὸ γεφύ­ρια, ἀπὸ δρόμους, ἀπὸ καμινάδες, ἀπὸ ἐρ­γοστάσια, παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα, χρειαζόμαστε τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ· ὤ ἂν ἐρχόταν ἡ εὐ­λογία τοῦ Χριστοῦ στὸν τόπο μας!…
Καὶ γιὰ νὰ ἔρθῃ ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ τί χρειάζεται;
Νὰ τεντώσουμε τὸ αὐτάκι μας καὶ ν᾿ ἀκούσουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἂν μποροῦσα νά ᾿χω ὅλη τὴν Ἑλλάδα μπροστά μου, θὰ φώναζα· Ὅ­­λοι μᾶς ἀπάτησαν, ὅλοι ἐκμεταλλεύτηκαν τὴ μικρή μας χώρα. Ἔξω πλέον αὐτά. Ἂς ἀ­κούσουμε τὸ ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ ὄχι τοῦ ἑ­νὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ τὸ ῥαδιοφωνικὸ στα­θμὸ τοῦ οὐρανοῦ, τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ν᾿ ἀκούσουμε τὸ Χριστὸ καὶ νὰ κάνουμε μαζί του συμβόλαιο καὶ νὰ ἐκτελέσουμε τὸ πρόγραμμά του.
Μὲ λίγα λόγια, ἡ γλῶσσα μας, ποὺ τώρα ἔ­γινε γλῶσσα ὀχιᾶς, νὰ σταματήσῃ νὰ βλαστη­μᾷ τὸ ἅγιο ὄνομά του, ποὺ σὲ καμμιά φυλὴ στὸν κόσμο δὲν βλασφημεῖται ἔτσι ὅπως ἐ­δῶ. Τὰ χέρια μας νὰ σταματήσουν νὰ κλέβουν καὶ νὰ παλαμίζουν μέρα – νύχτα τὸ ἅγιο καὶ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μὲ τοὺς ἀμέτρητους ὅρ­κους. Τὰ πόδια μας νὰ σταματήσουν νὰ τρέχουν στὰ κέντρα διαφθορᾶς. Ἡ καρδιά μας νὰ σταματήσῃ νὰ βγάζῃ μῖσος καὶ κακία… Μ᾿ ἕνα λόγο, ὅλοι νὰ βαδίσουμε τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ.
Τότε, ὤ τότε! Δῶστε μου μιὰ Ἑλλάδα χωρὶς βλαστήμια, χωρὶς ὅρκους, χωρὶς μοιχεῖες, πορ­νεῖες, διαζύγια…, δῶστε μου μιὰ Ἑλλάδα μὲ Χριστό, καὶ σᾶς ὑπογράφω· τότε θὰ εἶνε εὐ­λογημένοι οἱ κάμποι μας, εὐλογημένα τὰ σπίτια μας, εὐλογημένα τὰ πάντα. Χῶμα θὰ πιάνουμε, μάλαμα θὰ γίνεται. Θὰ πεισθοῦμε ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι «ἑνός ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,42), καὶ θὰ ψάλλουμε ὅλοι μας· «Πλούσιοι (πλούσια μεγάλα κράτη) ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ» (Ψαλμ. 33,11)· ἀμήν.
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Τριάδος Ἀμπελοκήπων – Ἀθηνῶν τὴν 24-9-1961. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 22-9-2002, ἐπανέκδοσις 21-8-2015.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 40α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868).