Σελίδες

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

Άγιος Κύριλλος Πατριάρχης Αλεξανδρείας +18 Ιανουαρίου

Μετὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο, ποὺ ὑπῆρξε ὁ ἀσυμβίβαστος ὑπερασπιστὴς τοῦ ὁμοουσίου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας ὑπῆρξε γιὰ τὴν οἰκουμένη φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας χάρις στὸν ἅγιο Κύριλλο, τὸν ὑπέρμαχο τῆς Θεοτόκου, τοῦ θεμελίου λίθου τοῦ δόγματος τῆς Ἐνανθρωπήσεως.
Ὁ ἅγιος Κύριλλος γεννήθηκε περὶ τὸ 375 (ἢ 380), καὶ ἀπὸ πολὺ νωρὶς
τέθηκε ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ θείου του Θεοφίλου, ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐξασφάλισε ὁλοκληρωμένη μόρφωση στὴν ῥητορικὴ καὶ στὴν φιλοσοφία, πρωτίστως ὅμως στὴν Ἁγία Γραφή, τὴν ὁποία ὁ Κύριλλος γνώριζε σχεδὸν ἀπ᾿ ἔξω καὶ ἦταν σὲ θέση νὰ χρησιμοποιεῖ μὲ θαυμαστὸ τρόπο. 
Σὲ ἡλικία περίπου 18 ἐτῶν, ὁ θεῖος του τὸν ἔστειλε στὴν ἔρημο τῆς Νιτρίας γιὰ νὰ συμπληρώσει τὴν μόρφωσή του μὲ τὴν ἀσκητικὴ
ἐπιστήμη. Ὅταν μετὰ πέντε χρόνια (περὶ τὸ 399) ἐπέστρεψε στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἔθεσε τὴν μεγάλη του παιδεία στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. 
Ὁ Θεόφιλος τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὴν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὸν ἐνέταξε στὸν κλῆρο καὶ τὸν προάλειφε γιὰ διάδοχό του. 
Ὁ Κύριλλος τὸν συνόδευσε στὴν Βασιλεύουσα καὶ παρευρέθη στὴν παράνομη σύνοδο τῆς Δρυός (403), ἡ ὁποία καταδίκασε ἀδίκως τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Ἔκτοτε ἀρνιόταν γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα νὰ μνημονεύσει τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου ἱεράρχη στὰ δίπτυχα – περισσότερο λόγῳ τῆς προσήλωσής του στὴν μνήμη τοῦ θείου του, παρὰ ἐξαιτίας δογματικῆς ἀντίθεσης πρὸς τὸν Χρυσόστομο –καὶ μόνο μετὰ ἀπὸ ἐπίμονες παροτρύνσεις τοῦ ὁσίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου (4 Φεβρ.) καί, καθὼς λέγεται, ἀπὸ ὅραμα τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία εἶχε στὸ πλευρό της τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, συναίνεσε νὰ ἀποκαταστήσει τὸ ὄνομά του καὶ ἔγινε μάλιστα ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς τιμῆς του (417).

Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ Θεόφιλος (412), ὁ Κύριλλος χειροτονήθηκε ἀμέσως ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, παρὰ τὴν βίαιη ἀντίθεση τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ ἀρχιδιακόνου Τιμοθέου. Μὲ τὸν ἐνεργητικὸ χαρακτῆρα του καὶ τὸν φλογερὸ ζῆλο γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀληθείας, ποὺ τὸν διέκρινε, ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐπιδόθηκε στὴν στερέωση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας του, ποὺ βρισκόταν τοὺς χρόνους ἐκείνους σὲ πλήρη ἄνθιση, ἀλλὰ ἀπειλοῦνταν ἀπὸ ποικίλα διαιρετικὰ στοιχεῖα. Κήρυττε στὸ πλήρωμα τὴν ἀγάπη τῆς ἀληθινῆς Πίστεως, τὴν ὁποία διέσωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες χάρις σὲ τόσους ἀγῶνες κατὰ τῶν αἱρετικῶν καὶ ἔλαβε αὐστηρὰ μέτρα ἐναντίον τῶν σχισματικῶν νοβατιανῶν, οἱ ὁποῖοι προσείλκυαν πολλοὺς Ὀρθοδόξους ἐξαιτίας τῆς αὐστηρότητας τοῦ βίου τους καὶ τοῦ ἀκάμπτου ἤθους τους. Ἔκλεισε τοὺς ναούς τους καὶ ἀπαγόρευσε στὸν ἐπίσκοπό τους νὰ ἀσκεῖ τὸ ἀξίωμά του. Γιὰ νὰ καταπολεμήσει τὰ ὑπολείμματα τῆς εἰδωλολατρίας καὶ τὶς δεισιδαιμονίες, ποὺ παρέμεναν ἀνεκρίζωτες στοὺς κόλπους τοῦ λαοῦ, μετέφερε τὰ λείψανα τῶν ἁγίων Κύρου καὶ Ἰωάννου (28 Ἰουν.) ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια στὸ εἰδωλολατρικὸ τέμενος στὴν Μένουθι, κοντὰ στὴν Κανώπη, τὸ ὁποῖο ἦταν περιβόητο γιὰ τοὺς χρησμούς, ποὺ ἔδιναν οἱ δαίμονες, καὶ μπῆκε ὁ ἴδιος ἐπικεφαλῆς τῆς λιτάνευσης, ποὺ διήρκεσε μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα (414).

Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦ ταν χριστιανική, ἡ πόλη τῆς Ἀλε ξάνδρειας συμπεριελάμβανε σημαντικὴ ἑβραϊκὴ μειονότητα, ἡ ὁποία διετάρασσε συχνὰ τὴν εἰρήνη μὲ στάσεις καὶ ἐπιθέσεις κατὰ τῶν χριστιανῶν. Μετὰ ἀπὸ κάποια συμβάντα, ὁ ἐπίσκοπος κάλεσε τοὺς Ἑβραίους ἡγέτες καὶ τοὺς ἐπετίμησε ἀπειλῶντας τους. Αὐτοὶ γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν, διέδωσαν ψευδεῖς φῆμες γιὰ πυρκαγιὰ στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου, ὅπου συγκεντρώθηκε πλῆθος χριστιανῶν καὶ ἐσφάγησαν πολλοί. Μπροστὰ στὴν ἀδράνεια τοῦ ἐπάρχου Ὀρέστη, ὁ ὁποῖος φοβούμενος τὴν αὐξανομένη ἀνάμειξη τοῦ ἐπισκόπου στὰ πράγματα τῆς πόλεως διέκειτο μᾶλλον εὐνοϊκὰ πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὁ ἅγιος Κύριλλος προέβη στὴν ἀπέλασή τους καὶ μετέτρεψε τὶς συναγωγές τους σὲ ναοὺς τοῦ Κυρίου. Ἔτσι, ἡ ἑβραϊκὴ κοινότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὀνομαστὴ ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔπαψε νὰ ὑπάρχει. Τὰ γεγονότα αὐτά, ὅμως, δηλητηρίασαν τὶς σχέσεις τοῦ ἀρχιεπισκόπου μὲ τὸν ἔπαρχο. Πεντακόσιοι μοναχοὶ τῆς Νιτρίας, ἀφοσιωμένοι στὸν Κύριλλο, ἔκλεισαν μία ἡμέρα τὸν δρόμο στὸν ἄρχοντα καὶ τὸν ὀνόμασαν εἰδωλολάτρη· Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ὀνόματι Ἀμμώνιος, ἁρπάζοντας μία πέτρα τὴν πέταξε στὸ κεφάλι τοῦ ἐπάρχου. Συνελήφθη ἀμέσως καὶ βασανίσθηκε τόσο βίαια, ποὺ πέθανε. Νέες ταραχές, ἐπίσης, στάθηκαν ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὸν ἐπονείδιστο φόνο τῆς Ὑπατίας, γυναίκας ἐνάρετης, μεγάλου κύρους σὲ θέματα φιλοσοφίας, τὴν ὁποία ὅλος ὁ κόσμος τιμοῦσε, ἀπὸ ἀνεξέλεγκτη ὁμάδα φανατικῶν χριστιανῶν, ποὺ ὑποπτευόμενοι ὅτι μεσολαβοῦσε μεταξὺ τοῦ ἐπισκόπου καὶ τοῦ ἐπάρχου Ὀρέστη ἤθελαν νὰ ἀποτρέψουν τὴν συμφιλίωσή τους. Μπροστὰ στὶς αἱματηρὲς αὐτὲς ταραχὲς ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀγωνίσθηκε, γιὰ νὰ γίνει σεβαστὴ ἡ δικαιοσύνη καὶ τελικὰ κατόρθωσε νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τοῦ βίου τῆς πόλεως.

Κληρονόμος τῶν παραδόσεων τῆς περίφημης Σχολῆς Ἀλεξανδρείας καὶ πιθανῶς μαθητὴς τοῦ Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ, ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος ἀφιέρωνε μεγάλο μέρος τοῦ χρόνου του στὴν συγγραφὴ ἑρμηνευτικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα σχολίαζαν συστηματικά, σύμφωνα μὲ τὸν ἀλληγορικὸ καὶ ἠθικὸ τρόπο, ὅλες τὶς λεπτομέρειες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στὴν ὁποία διέκρινε τὸ «Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ φανερωμένο ἐν αἰνίγμασι». Αὐτὴ ἡ ἀντίληψις τοῦ Ἑνὸς Χριστοῦ, τέλους τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, ἐπρόκειτο νὰ καθοδηγεῖ ὅλο τὸν βίο του καὶ σύντομα ἡ θεία Πρόνοια θὰ ἀπαιτοῦσε νὰ τὴν ἐφαρμόσει τόσο σὲ θεολογικὸ ἐπίπεδο, ὅσο καὶ σὲ κεῖνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς δράσεως.

Τὸ 428 ἐκλήθη ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ σκοπὸ νὰ ἀνέλθει στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ πρεσβύτερος Νεστόριος, περίφημος γιὰ τὴν εὐγλωττία του καὶ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου του. Ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ χαιρετίσθηκε μὲ μεγάλη χαρά, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Βασιλεύουσας, ὁ ὁποῖος ἤλπιζε νὰ δεχθεῖ ἕνα νέο Χρυσόστο μο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Κυρίλλου. Ὡστόσο, μόλις χειροτονήθηκε, ὁ Νεστόριος ἔβγαλε τὴν μάσκα τῆς εὐσεβείας καὶ ἐπέδει ξε ἀσυγκράτητο ζῆλο στὴν καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν, δηλώνοντας ἕτοιμος νὰ ἀναστατώσει τὶς πόλεις γιὰ νὰ τοὺς ἐκδιώξει. Σύντομα κατέστη μισητὸς γιὰ τὶς βιαιότητές του καὶ τὴν ἀλαζονεία του καὶ ἄρχισε νὰ κάνει ἀπερίσκεπτες δηλώσεις στὸ ζήτημα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὠθῶντας ὣς τὶς ἔσχατες συνέπειές της τὴν θεολογία τῆς Σχολῆς τῆς Ἀντιοχείας – ἡ ὁποία ἀρεσκόταν νὰ διακρίνει στὶς ἐνέργειες τοῦ Κυρίου ἐκεῖνες, ποὺ ἀπέρρεαν ἀπὸ τὴν θεία φύση καὶ ἐκεῖνες ποὺ ἀνῆκαν στὴν ἀνθρωπίνη φύση Του – ὁ Νεστόριος ἐπεχείρησε νὰ δώσει μία ἀφηρημένη καὶ λογοκρατικὴ ἑρμηνεία τῆς Ἐνανθρωπήσεως, χωρὶς ὡστόσο νὰ διαθέτει τις κατάλληλες ἔννοιες, γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὸν τρόπο τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων. Εἰσάγοντας τὴν διττότητα ὑποκειμένου μεταξὺ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ, «τοῦ προσληφθέντος ἀνθρώπου», ἰσχυριζόταν ὅτι ἔπρε πε κανεὶς νὰ ἀποδίδει στὸ ἕνα ἢ στὸ ἄλλο τοὺς χαρακτῆρες τῆς θείας φύσε ως καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀντίστοιχα. Ὁδηγήθηκε κατὰ συνέπεια στὴν θεωρία ὅτι ὁ Λόγος προσέλαβε τὴν ἀνθρωπότητα μόνο ὡς σκηνή, ὡς ὄργανο, καὶ ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία δὲν ἦταν «Θεοτόκος» - ἕναν ὅρο, ποὺ ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶχε καθιερώσει πρὸ πολλοῦ – ἀλλὰ μόνο «Χριστοτόκος». Διακηρύσσοντας ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ λέει κανεὶς ὅτι «ὁ Θεὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο, ἀλλὰ ὅτι ἑνώθηκε μόνο μὲ ἐκεῖνον (τὸν ἄνθρωπο), ποὺ γεννήθηκε καὶ πέθανε», δὲν ἔβλεπε κατὰ βάθος στὸν Χριστὸ παρὰ μόνο ἕναν ὑποδειγματικὸ ἄνθρωπο, θεοφόρο, «θεωμένο», μὲ ἐξέχοντα τρόπο λόγῳ τῶν ἀρετῶν του, στὸν ὁποῖο ἐνοικοῦσε ὁ Θεὸς κατὰ τρόπο παρόμοιο μὲ ἐκεῖνον, ποὺ ἐνέπνεε τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἁγίους, καὶ ἐπ᾿ οὐδενὶ τὸν Θεάνθρω πο, ποὺ ἀποτελεῖ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὴν πη γὴ τῆς Σωτηρίας, τῆς ζωῆς καὶ τῆς θεοποιοῦ χάριτος. Χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ κάνει λόγο γιὰ δύο «πρόσωπα» στὸν Χριστό, δὲν ἔπαυε νὰ ἐπιτίθεται στὴν ἔκφραση «Θεοτόκος» καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ὁ ἐπίσκοπος Δωρόθεος, διακήρυξε μία ἡμέρα σὲ μία ὁμιλία, παρουσίᾳ τοῦ Νεστορίου: «ὁ λέγων τὴν Μαρίαν Θεοτόκον, ἀνάθεμα ἔστω!». Τοῦτο ἰσοδυναμοῦσε μὲ τὸν ἀναθεματι σμὸ ὅλων τῶν θεοφόρων Πατέρων, ποὺ εἶχαν χρησιμοποιήσει τὸν ὅρο αὐτὸ καθὼς καὶ τῶν ἐπισκόπων ὅλης τῆς οἰκουμένης, ποὺ ὁμολογοῦσαν τὴν Θεομήτορα.

Πληροφορούμενος τὴν νέα αὐτὴ αἵρεση, ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐξέθεσε ἐπισήμως στὴν πασχάλιο ἐπιστολή του τὸν ἑπόμενο χρόνο (429) ὅτι ὄντως ἡ Παρθένος γέννησε τὸν Ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι πρέπει συνεπῶς νὰ ὀνομάζεται δικαίως Θεοτόκος. Ἔγραψε στὸν Νεστόριο μία ἀδελφικὴ ἐπιστολὴ νουθεσίας, γιὰ νὰ τοῦ ζητήσει νὰ δεχθεῖ τὸν ὅρο αὐτό, πάνω στὸν ὁποῖο βασιζόταν τὸ δόγμα τῆς ἐν Χριστῷ Σωτηρίας μας. Κατόπιν, μετὰ τὴν ἀλαζονικὴ καὶ περιφρονητικὴ ἄρνηση τοῦ Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφοντας τὶς κατηγορίες κατὰ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας διέδιδε συκοφαντίες εἰς βάρος του καὶ ἰσχυριζόταν ὅτι θὰ τὸν ἐγκαλοῦσε στὴν δικαιοσύνη, ὁ Κύριλλος ἀποφάσισε νὰ πάρει τὰ ὅπλα, γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ δήλωσε «ἕτοιμος νὰ ὑποφέρει τὰ πάντα, μέχρι θανάτου, παρὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Πίστη». Ἀπηύθυνε στὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β´, στὴν σύζυγό του καὶ στὶς ἀδελφές του μία πραγματεία περὶ ὀρθῆς πίστεως, καὶ ἀπέστειλε στὸν πάπα Ῥώμης, Κελεστίνο (8 Ἀπρ.), μία ἔκθεση γιὰ τὶς πλάνες τοῦ Νεστορίου. Ὁ πάπας συνεκάλεσε Σύνοδο στὴν Ῥώμη, ἡ ὁποία τὶς καταδίκασε καὶ ἀνέθεσε στὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας νὰ ἐκτελέσει τὴν ἀπόφαση κατὰ τοῦ αἱρετικοῦ, ἂν ἀρνιόταν νὰ τὶς ἀνακαλέσει μέσα σὲ δέκα ἡμέρες (430). Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἅγιος Κύριλλος εἶχε συγκαλέσει Σύνοδο τῶν ἐπισκόπων τῆς Αἰγύπτου, ἡ ὁποία συνέταξε ἔκθεση τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος, ἀκολουθούμενη ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀναθεματισμοὺς τῶν προτάσεων τοῦ Νεστορίου, τοὺς ὁποίους ὁ Κύριλλος εἶχε ἀπευθύνει στὸν αἱρετικὸ στὴν Τρίτη Ἐπιστολή του.

Στὰ ἀπολογητικὰ αὐτὰ συγγράμματα κατὰ τοῦ Νεστορίου, πιστὸς στὴν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὸν Λόγο, ποὺ σὰρξ ἐγένετο (Ἰω. 1, 14) καὶ στοὺς Πατέρες τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὁμολογήσει ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, παραμένοντας στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός, ἔγινε ἄνθρωπος, πέθανε καὶ ἀνεστήθη, ὁ ἅγιος Κύριλλος ὑπογράμμιζε τὴν ἑνότητα τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιδιώκει νὰ δείξει ὅτι ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς συλλήψεώς Του ὁ Κύριος ἕνωσε ὁριστικὰ τὴν ἀνθρωπίνη καὶ τὴν θεία φύση· καὶ στὴν μυστηριώδη αὐτὴ ἕνωση – καὶ ὄχι συνάφεια, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Νεστόριος, - βλέπει τὴν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως στὴν ἑνιαία κράση τοῦ Σωτῆρος, ὁ Ὁποῖος ἄνοιξε στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα μιᾶς πραγματικῆς μετοχῆς στὸ θεῖο, μιᾶς θεώσεώς του, τῆς ὁποίας πρότυπο καὶ ὑπόδειγμα εἶναι ἡ Θεομήτωρ. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος ἔχοντας ἐγκαινιάσει καινὸν τρόπον ὑπάρξεως, θεανθρώπινο, στὸ Σῶμα του, τὴν Ἐκκλησία, λαμβάνουμε ζωὴ ἀπὸ τὴν σάρκα Του, ποὺ ἔγινε ἀληθινὰ «σάρκα τοῦ Λόγου». Ὁ «εἷς Χριστὸς» τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου εἶναι, λοιπόν, Ἐκεῖνος τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ βιώματος, ποὺ μέσα ἀπὸ μακρὲς καὶ ἐπώδυνες ἔριδες ἡ Ἐκκλησία ἔμελλε νὰ διασαφηνίσει στὶς ἑπόμενες γενιές.

Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ Νεστόριος μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν φίλων του στὸ παλάτι ἐπεδίωξε νὰ ἐπιβάλει τὶς ἰδέες του στὴν Βασιλεύουσα μὲ ἀπειλές, διαφθορά, ἀφορισμοὺς καὶ διώξεις ἐναντίον ὅσων τολμοῦσαν νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν. Ἡ κατάσταση ἔφθασε σὲ σημεῖο, ὥστε ὁ Ὀρθόδοξος κλῆρος παρακάλεσε τὸν Θεοδόσιο νὰ συγκαλέσει Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, γιὰ νὰ θέσει τέρμα στὸ «οἰκουμενικὸ σκάνδαλο» τοῦ ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ μὲ ἕνα ἐπιδέξιο τέχνασμα, ὁ αἱρεσιάρχης ἔπεισε τὸν αὐτοκράτορα νὰ συγκληθεῖ Σύνοδος στὴν Ἔφεσο γιὰ τὴν Πεντηκοστὴ τοῦ ἑπομένου ἔτους (431), προκειμένου νὰ κρίνει τὸν ἅγιο Κύριλλο γιὰ τοὺς Ἀναθεματισμούς του, μὲ τοὺς ὁποίους κατηγορήθηκαν ὡς αἱρετικοί.

Ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Νεστόριος ἔφθασαν στὴν Ἔφεσο ἐπι κεφαλῆς τῶν ἐπιβλητικῶν συνοδειῶν τους καὶ ἀνέμεναν τὴν ἄφιξη τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀντιοχείας, Ἰωάννη, καὶ τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολῆς, τοὺς ὁποίους ὁ Νεστόριος εἶχε κερδίσει μὲ τὸ μέρος του, ὄχι μὲ βάση τὴν ἀπόρριψη τοῦ «Θεοτόκος», ἀλλὰ ἀποστέλλοντας τοὺς Ἀναθεματισμοὺς τοῦ Κυρίλλου, οἱ ὁποῖοι ἀποκομμένοι ἀπὸ τὰ συμφραζόμενά τους ἦταν ἀναπόφευκτο νὰ διαβασθοῦν ὡς παλινόρθωση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀπολλιναρίου. Καθὼς ὁ Ἰωάννης καὶ ἡ συνοδεία του ἀργοῦσαν, ἀποφασίσθηκε νὰ ἀνοίξει δίχως αὐτοὺς ἡ πρώτη συνεδρίαση στὶς 22 Ἰουνίου 431. Προήδρευε ὁ ἅγιος Κύριλλος, ὡς ἀναπληρωτὴς τοῦ πάπα Ῥώμης, οἱ λεγάτοι τοῦ ὁποίου εἶχαν ἐπίσης καθυστερήσει. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας, τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Κυρίλλου πρὸς Νεστόριο καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ τελευταίου, οἱ διακόσιοι περίπου παρόντες Πατέρες διακήρυξαν τὴν νομιμότητα τοῦ «Θεοτόκος» καὶ καθαίρεσαν τὸν Νεστόριο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀρνηθεῖ τρεῖς φορὲς νὰ παρευρεθεῖ. Βγαίνοντας ἀπὸ τὸν ναὸ τοὺς ὑποδέχθηκαν οἱ ἐπευφημίες πλήθους πιστῶν ὑπερμάχων τῆς τιμῆς τῆς Θεομήτορος, ἐνῶ γυναῖκες θυμιάτιζαν στὸ πέρασμά τους.

Μόλις ἔφθασαν στὴν Ἔφεσο πέντε ἡμέρες ἀργότερα, ὁ Ἰωάννης καὶ ἡ συνοδεία του, προσβεβλημένοι ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν τοὺς περίμεναν, συγκρότησαν σύνοδο μὲ σαράντα τρεῖς ἐπισκόπους καί, κατηγορῶντας τὸν Κύριλλο ὅτι ἀνανεώνει τὴν αἵρεση τοῦ Ἀπολλιναρίου, ἀποφάσισαν τὴν καθαίρεσή του, χωρὶς ἄλλη διαδικασία, καθὼς καὶ ἐκείνη τοῦ Μέμνονος Ἐφέσου. Ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος μετατράπηκε ἔτσι σὲ ἕνα βίαιο καὶ ἐμπαθῆ ἀγῶνα ἀνάμεσα στὰ δύο μέρη, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ προσελκύσουν τὴν προστασία τοῦ αὐτοκράτορα. Εὑρισκόμενος μακριὰ καὶ λάθος πληροφορημένος, ὁ Θεοδόσιος, μετὰ ἀπὸ μάταιες προσπάθειες γιὰ συμφιλίωση, διέταξε νὰ συλληφθοῦν ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Μέμνων, κηρύσσοντας ταυτόχρονα τὸν Νεστόριο αἱρετικό, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ διαλυθεῖ ἡ Σύνοδος. Τὸ μόνο ἀποτέλεσμα τῆς Συνόδου ἦταν ὅτι εἶχε διακηρύξει τὸ βάσιμο τοῦ ὅρου «Θεοτόκος» καὶ ὅτι εἶχε προχωρήσει στὴν καθαίρεση τοῦ Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ἐστάλη στὴν μονή του στὴν Ἀντιόχεια καὶ κατόπιν ἐξορίσθηκε στὴν Λιβύη (435), ὅπου καὶ πέθανε οἰκτρά.

Ἐν τούτοις εἶχε προκύψει μία νέα καὶ σκληρὴ διαίρεση. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ Αὐτοκρατορία ἀπειλούμενη ἀπὸ τοὺς βαρβάρους εἶχε ἀνάγκη μεγαλύτερης συνο χῆς, τὸ μόνο ποὺ ἔβλεπε κανεὶς μὲ τὸ πρόσχημα τῆς προσήλωσης στὴν ἀλήθεια ἦταν ἔριδες, ἀμοιβαῖοι ἀναθεματισμοὶ καὶ ταραχές, ποὺ ἐξέθεταν τὴν ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν χλεύη τῶν ἐχθρῶν της. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐπιπόνων διαπραγματεύσεων, ποὺ ἀκολούθησαν, ὁ ἅγιος Κύριλλος ποὺ εἶχε ἐπι στρέψει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ὁ λαὸς τὸν ὑποδέχθηκε θριαμβευτικά, φανέρωσε ὄχι μόνο τὴν ὀρθοδοξία του, ἀλλὰ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ τὴν περίσσεια τῆς ἀρετῆς του. Παραιτούμενος ἀπὸ κάθε ἀπαίτηση δικαίωσης γιὰ τὴν κακομεταχείριση ποὺ ὑπέστη στὴν Ἔφεσο κατὰ τὴν φυλάκισή του, ἔδωσε στοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς ἐξηγήσεις γιὰ τοὺς Ἀναθεματισμούς, ἕνα θέμα ποὺ τοὺς ἄγγιζε ὅλως ἰδιαιτέρως, διευκρινίζοντας ὅτι δὲν εἶχαν στόχο παρὰ τὰ αἱρετικὰ δόγματα τοῦ Νεστορίου, καὶ δήλωσε ἕτοιμος νὰ τοὺς διορθώσει, μὲ τὸν ὅρο ὁ Ἰωάννης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ νὰ συναινέσουν στὴν καταδίκη τοῦ Νεστορίου. Τελικὰ κατέληξαν σὲ συμφωνία καὶ οἱ ἀνατολικοὶ ἔστειλαν στὸν Κύριλλο ὁμολογία Πίστεως, τὴν ὁποία ἐκεῖνος ἔκανε δεκτὴ μὲ ἐπιστολή, ποὺ δὲν ἔκρυβε τὴν μεγάλη χαρά του. Μὲ εἰρηνικὸ πνεῦ μα, δίχως ὅμως νὰ ἐγκαταλείπει τὶς θεμελιώδεις θέσεις του, ἔκανε δίκαιες παραχωρήσεις στὴν ὁρολογία τῆς ἀντιοχειανῆς παραδόσεως καὶ προσυπέγραφε τὴν διάκρι ση, ποὺ γινόταν ἐκεῖ τῶν δύο φύσεων, ποὺ βρίσκονταν ἀσυγχύτως καὶ ἀμίκτως ἑνωμένες στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ Ἔκθεσις τῶν Διαλλαγῶν (Ἀπρ. 433), παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἦταν ἀπόφαση Συνόδου, θεωρεῖται ὡστόσο ὡς ἡ ὁμολογία Πίστεως τῆς Τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὁ Κανόνας τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπέρριπτε ἐκ τῶν προτέρων τὶς αἱρετικὲς προτάσεις τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ τῶν μονοφυσιτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπικαλοῦνταν τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, γιὰ νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Χριστοῦ ἦταν τρόπον τινὰ «ἀπορροφημένη» ἀπὸ τὴν θεότητα· καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος (451) οὐσιαστικὰ δὲν ἔκανε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ διευκρινίσει τοὺς βασικοὺς ὅρους της.

Ἀφοῦ ἀποκαταστάθηκε μία εὔθραυστη εἰρήνη, ὁ ἅγιος Κύριλλος πέρασε τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ἐπισκοπείας του στερεώνοντας τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μετριάζοντας τὶς ἐκδηλώσεις ἄμετρου ζήλου τῶν ὀπαδῶν του, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγοροῦσαν ὅτι εἶχε προδώσει τὴν ὑπόθεσή τους προωθῶντας τὴν ἕνωση μὲ τοὺς ἀνατολικούς. Ἔχοντας διδαχθεῖ ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες του στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα καὶ τὰ ἀνθρώπινα πάθη, ἀποδείχθηκε στὶς περιστάσεις αὐτὲς ὑπόδειγμα μετριοπαθείας καὶ ποιμαντικῆς συγκαταβάσεως. Ἔτσι, ἐνῶ ἀνασκεύασε τὰ συγγράμματα τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τοῦ μεγάλου θεολόγου τῆς Σχολῆς τῆς Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει ἐν εἰρήνῃ (428), ἀπέφυγε νὰ ζητήσει τὴν καταδίκη του, γιὰ νὰ μὴν προκαλέσει ἐκ νέου τὶς εὐαισθησίες τῶν ἀνατολικῶν καὶ θέσει σὲ κίνδυνο τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔχοντας ὁλοκληρώσει τὸ ἔργο, ποὺ τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλησίας του, ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στὶς 9 Ἰουνίου 444, γιὰ νὰ συγκαταριθμηθεῖ στὸν χορὸ τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ νὰ παρακαθήσει μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο στὸ πλευρὸ τῆς Θεοτόκου. Τιμήθηκε σύντομα ὡς ἅγιος καὶ ἐγκωμιάσθηκε ὡς «φωστῆρας τοῦ κόσμου», «ἀνίκητος ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας» καὶ «Σφραγὶς τῶν Πατέρων».



Ἐκ τῆς ἐκδόσεως «Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»
Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας Ἁγίου Ὄρους, τ.10 (Ἰούνιος), Ἐκδόσεις Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2005



Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ.δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς Οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Κύριλλε σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς κῦρος οὐράνιον θεολογία ἡ σή, βραβεύει ἐν πνεύματι τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ τὴν χάριν τὴν ἔνθεον· σὺ γὰρ καθυπογράψας τῆς Τριάδος τὴν δόξαν, μύστης τῆς Θεοτόκου καὶ ὑπέρμαχος ὤφθης, παρ' ἧς λαμπρῶς ἐδοξάσθης, ἱεράρχα Κύριλλε.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπέρ ἡμῶν.
Ἄβυσσον ἡμῖν, δογμάτων θεολογίας, ἔβλυσας σαφῶς, ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ Σωτῆρος, τὰς αἰρέσεις κατακλύζουσαν μακάριε, καὶ τὸ ποίμνιον ἀλώβητον, τρικυμίαις διασώζουσαν, τῶν περάτων καὶ γὰρ Ὅσιε, ὑπάρχεις καθηγητής, ὡς τὰ θεῖα σαφῶν.





Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΤΙΑ

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἔχει κατασυκοφαντηθεῖ στὴ Δύση ἀπὸ πολλοὺς ἀστήρικτους δῆθεν ἱστορικούς, καὶ τὸν τελευταῖο καιρὸ συκοφαντεῖται εἰδικὰ στὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, τοὺς ἀθεϊστὲς καὶ ἀκραῖες προτεσταντικὲς ὁμάδες, ὡς ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἀπάνθρωπη πολιτικὴ δολοφονία μιᾶς περιφανοῦς φιλοσόφου, ποὺ ὀνομαζόταν Ὑπατία, κατὰ τὸ ἔτος 415. Προσπαθοῦν νὰ τὸν παρουσιάσουν ὡς «φονέα» χωρὶς καμία ἀπολύτως ἀπόδειξη, ἁπλούστατα διότι δὲν ὑπάρχει ἀπόδειξη! Δὲν θὰ ἀγνοήσουμε ὅμως τὴν πρόκληση αὐτή, διότι ἂν καὶ δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα ἐναντίον τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ὑπάρχουν στοιχεῖα ὑπέρ του. Θὰ παραθέσουμε λοιπὸν τὶς ἱστορικὲς ἀποδείξεις τῆς περιόδου ἐκείνης, μὲ τὰ γεγονότα τῆς Ἀλεξάνδρειας γύρω ἀπὸ τὸν τραγικὸ θάνατο τῆς Ὑπατίας.

Ἐδῶ θὰ γίνει ἕνα ξεκαθάρισμα τῶν γεγονότων ποὺ ὁδήγησαν στὸν ἄδικο χαμὸ μίας φιλοσόφου, τῆς ὀνομαστῆς Ὑπατίας. Ὁ φόνος τῆς Ὑπατίας, βαρύνει ἀποκλειστικὰ τοὺς αὐτουργοὺς τοῦ ἐγκλήματος. Οἱ ἄστοχες «βολὲς» κάποιων νέο - Ἐθνικῶν ποὺ θέλουν νὰ μπλέξουν τὸν Ἅγιο Κύριλλο σὲ αὐτὰ τὰ γεγονότα δὲν εὐσταθοῦν ἱστορικῶς. Τὸ δυστυχέστερο πάντως εἶναι ὅτι ἡ ἀπώλεια τῆς Ὑπατίας δὲν ἦταν τὸ μοναδικὸ ἄσχημο γεγονὸς ἐκείνης τῆς περιόδου. Ἡ κατάσταση ἦταν συχνὰ ἐκτὸς ὁρίων κοινωνικῆς εἰρήνης, ἀφοῦ σὲ αὐτὴν τὴν μεγαλούπολη ἀνακατεύονταν, ὄχι πάντα ἁρμονικά, διάφοροι πληθυσμοὶ μὲ πολὺ διαφορετικὸ πολιτισμικὸ ὑπόβαθρο. Ἐθνικοί, Ὀρθόδοξοι, Μονοφυσίτες, Ἰουδαῖοι κ.ἄ.

Διάδοχος τοῦ Πατριάρχη Θεόφιλου ἀναγορεύθηκε ὁ ἀνεψιὸς αὐτοῦ Κύριλλος, ἀρχιερέας ἀπὸ τὸ ἔτος 412 μέχρι τοῦ θανάτου του, τὸ 444. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς ἐκλογῆς του καταπολέμησε τοὺς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Νοβατιανοὺς καὶ τοὺς Ἰουδαίους (Σωκράτης Σχολαστικός, ζ´ 7-13). Παρὰ τὰ ἐπὶ Θεοφίλου συμβάντα, στὴν Ἀλεξάνδρεια ὑπῆρχαν ἀκόμη ἀρκετοὶ Ἐθνικοὶ καὶ στὸν Κάνωπο. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος μετακόμισε ἐκεῖ (Ἀμπουκὺρ) τὰ λείψανα τῶν μαρτύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου καὶ τοποθέτησε αὐτὰ στὸν ὑπὸ τοῦ Θεοφίλου ἀνεγερθέντα ναὸ τῶν Εὐαγγελιστῶν. Ἔκτοτε μέγα προσκύνημα ἀπέβη ὁ ναὸς αὐτός. Ἐκεῖ συνεχῶς ὁ Κύριλλος τελοῦσε τὴν θεία λειτουργία καὶ κήρυττε τὸν θεῖο λόγο. Ἡ εἰδωλολατρεία ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὸν Κάνωπο.

Ἀλλὰ στὴν Ἀλεξάνδρεια οἱ Ἐθνικοὶ στηρίζονταν στὴ φιλόσοφο Ὑπατία, θυγατέρα τοῦ φιλοσόφου Θέωνος, ποὺ προκαλοῦσε ὅλη τὴν προσοχὴ τῆς πόλεως μὲ τὴν σοφία της. Ὁ Συνέσιος διαπρεπὴς ἐπίσκοπος Πτολεμαΐδος ἔγραφε ἐπιστολὲς πρὸς αὐτήν, μαρτυρώντας τὸν γενικὸ θαυμασμὸ πρὸς τὴν σοφὴ αὐτὴ γυναίκα. Ὑπῆρχαν ὅμως καὶ πολλοὶ Χριστιανοί, ποὺ ἔβλεπαν τὴν Ὑπατία δυσμενῶς. Πολυάριθμοι δὲ ἦταν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ διάφορα μέτρα τοῦ Κυρίλλου κατ᾿ αὐτῶν εὕρισκαν ἀντιμέτωπο τὸν τότε ἔπαρχο τῆς Ἀλεξάνδρειας Ὀρέστη, ὁ ὁποῖος διέκειτο ἐχθρικὰ πρὸς τὸν ἱεράρχη.

Μὲ ὑπόδειξη τῶν Ἰουδαίων ὁ Ὀρέστης συνέλαβε τὸν γραμματικὸ Ἱέρακα, φίλο του Ἁγίου Κυρίλλου, ὡς διακείμενο νὰ πράξει στάση τοῦ λαοῦ καὶ διέταξε νὰ μαστιγωθεῖ. Μάταια ὁ Κύριλλος εἰδοποίησε τοὺς προύχοντες τῶν Ἰουδαίων νὰ μὴν προκαλοῦν τέτοια ἐπεισόδια. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἀποθρασύνθηκαν καὶ τὴν νύχτα προκάλεσαν μεγάλες ταραχὲς διαδίδοντας τὴν φήμη ὅτι πυρπολοῦνταν ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου. Τρέχοντας οἱ Χριστιανοὶ νὰ σώσουν τὸν ναὸ ἔπεσαν σὲ ἐνέδρα τῶν Ἰουδαίων οἱ ὁποῖοι καὶ φόνευσαν πολλούς. Ὁ ἅγιος Κύριλλος τὴν ἄλλη μέρα κατέσχε τὶς συναγωγὲς τῶν Ἰουδαίων καὶ βοηθούμενος ἀπὸ τὸν λαὸ ἀπέλασε τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια, δημεύοντας καὶ τὴν περιουσία τῶν πρωτουργῶν τῶν δολοφονιῶν ἔναντι τῶν χριστιανῶν.

Ὁ Κύριλλος ὅπως φαίνεται ἐνήργησε βάσει εἰδικῶν δικαιωμάτων τοῦ πάπα Ἀλεξανδρείας. Ἀλλὰ ὁ ἔπαρχος Ὀρέστης διαμαρτυρήθηκε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β´ καὶ μάταια ὁ Κύριλλος μὲ πρεσβεία καὶ μὲ προσωπικὴ συντυχίας ζήτησε νὰ ὁμιλήσει μὲ τὸν πρῶτον, διότι ἐκεῖνος δὲν τὸν δεχόταν. Ὁ Ὀρέστης ἀγέρωχα ἀπέκρουε κάθε συνδιαλλαγή, τηρώντας συνεχῶς στάση ἐχθρικότατη πρὸς τὸν Κύριλλο.

Τότε, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μοναχούς της Νιτρίας ἐξ ἀλόγου ζήλου κινούμενοι ἦλθαν στὴν Ἀλεξάνδρεια νὰ ὑπερασπίσουν τὸν ἐπίσκοπο κατὰ τοῦ ἐπάρχου. Μία μέρα ἀφοῦ τὸν ἐπισκέφτηκαν ἄρχισαν νὰ τὸν ἀποκαλοῦσαν εἰδωλολάτρη, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀποδιώκοντας τὴν ἐπίθεση στὸν Κύριλλο, ἔλεγε διαμαρτυρόμενος ὅτι βαπτίστηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἀττικό. Ἕνας ἐκ τῶν μοναχῶν ὁ Ἀμμώνιος ἔῤῥιψε μία πέτρα στὸ κεφάλι τοῦ Ὀρέστη τραυματίζοντάς τον καὶ προκαλώντας πανικὸ τῶν παρευρισκομένων. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο, ὁ Ἀμμώνιος συλλαμβάνεται βασανίζεται καὶ στὴν ἀνάκριση πεθαίνει. Ὁ Κύριλλος πῆρε τὸν Ἀμμώνιο καὶ τὸν ὀνόμασε μάρτυρα, μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ φρικτὴ δολοφονία του στὰ χέρια τῶν εἰδωλολατρῶν.

Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ ἀσυμφωνία Κυρίλλου καὶ Ἐπάρχου εἶχε κι ἄλλο θύμα ἐκτὸς τοῦ Ἀμμωνίου· τὴν περίφημη Ὑπατία. Ἐπειδὴ σὲ αὐτὴν μαθήτευε ὁ Ὀρέστης καὶ ἐπειδὴ νομίσθηκε ἀπὸ τὸ πλῆθος ὅτι αὐτὴ ὑπέθαλπε τὸ μίσος τοῦ Ὀρέστη κατὰ τοῦ ἐπισκόπου, μίαν ἡμέρα τοῦ Μαρτίου 416 ἢ 415, ἐπιστρέφοντας ἐπὶ δίφρου στὸν οἶκο της, ἕνας ὄχλος φανατικῶν τὴν συνέλαβε καὶ ἀφοῦ ἐν ἀλαλαγμῷ τὴν ἔσυρε στὸ Καισάρειο, γδύνοντάς την, μὲ ὄστρακα σκληρὰ τὴν ἔγδαραν φονεύοντας καὶ διασπώντας της τὰ μέλη. Ἔπειτα τὴν ἔσυραν στὴν τοποθεσία Κιναρῶνα καὶ τὴν ἔκαψαν.

Ὁ φόνος τῆς Ὑπατίας περιγράφεται στὰ γραπτὰ τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ 5ου αἰώνα Σωκράτους τοῦ Σχολαστικοῦ μὲ ἀποτροπιασμό:

Περὶ Ὑπατίας τῆς Φιλοσόφου. Ἦν τις γυνὴ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ, τοὔνομα Ὑπατία· αὕτη Θέωνος μὲν τοῦ φιλοσόφου θυγάτηρ ἦν· ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προὔβη παιδείας, ὡς ὑπερακοντίσαι τοὺς κατ᾿ αὐτὴν φιλοσόφους, τὴν δὲ Πλατωνικὴν ἀπὸ Πλωτίνου καταγομένην διατριβὴν διαδέξασθαι, καὶ πάντα τὰ φιλόσοφα μαθήματα τοῖς βουλομένοις ἐκτίθεσθαι· διὸ καὶ οἱ πανταχόθεν φιλοσοφεῖν βουλόμενοι κατέτρεχον παρ᾿ αὐτήν. Διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτῇ ἐκ τῆς παιδεύσεως σεμνὴν παῤῥησίαν καὶ τοῖς ἄρχουσι σωφρόνως εἰς πρόσωπον ἤρχετο· καὶ οὐκ ἦν τις αἰσχύνη ἐν μέσῳ ἀνδρῶν παρεῖναι αὐτήν· πάντες γὰρ δι᾿ ὑπερβάλλουσαν σωφροσύνην πλέον αὐτὴν ᾐδοῦντο καὶ κατεπλήττοντο. Κατὰ δὴ ταύτης τότε ὁ φθόνος ὡπλίσατο· ἐπεὶ γὰρ συνετύγχανε συχνότερον τῷ Ὀρέστῃ, διαβολὴν τοῦτ᾿ ἐκίνησε κατ᾿ αὐτῆς παρὰ τῷ τῆς ἐκκλησίας λαῷ, ὡς ἄρα εἴη αὕτη ἡ μὴ συγχωροῦσα τὸν Ὀρέστην εἰς φιλίαν τῷ ἐπισκόπῳ συμβῆναι. Καὶ δὴ συμφρονήσαντες ἄνδρες τὸ φρόνημα ἔνθερμοι, ὧν ἡγεῖτο Πέτρος τις ἀναγνώστης, ἐπιτηροῦσι τὴν ἄνθρωπον ἐπανιοῦσαν ἐπὶ οἰκίαν ποθέν· καὶ ἐκ τοῦ δίφρου ἐκβαλόντες, ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν ᾗ ἐπώνυμον Καισάριον συνέλκουσιν, ἀποδύσαντές τε τὴν ἐσθῆτα ὀστράκοις ἀνεῖλον· καὶ μεληδὸν διασπάσαντες, ἐπὶ τὸν καλούμενον Κιναρῶνα τὰ μέλη συνάραντες πυρὶ κατηνάλωσαν. Τοῦτο οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο· ἀλλότριον γὰρ παντελῶς τῶν φρονούντων τὰ Χριστοῦ φόνοι καὶ μάχαι καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια. Καὶ ταῦτα πέπρακται τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς Κυρίλλου ἐπισκοπῆς, ἐν ὑπατείᾳ Ὁνωρίου τὸ δέκατον, καὶ Θεοδοσίου τὸ ἕκτον, ἐν μηνὶ Μαρτίῳ, νηστειῶν οὐσῶν. [Socrates Scholasticus Hist.: Historia ecclesiastica, βιβλίον Ζ´]

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὴν σέβονταν καὶ τὴν θαύμαζαν γιὰ τὴν ἁπλὴ ταπεινοφροσύνη τοῦ νοῦ της. Ὡστόσο, πολλοὶ μὲ πεῖσμα τὴν ζήλευαν καὶ ἐπειδὴ συχνὰ συναντοῦσε καὶ εἶχε μεγάλη οἰκειότητα μὲ τὸν Ὀρέστη, ὁ λαὸς τὴν κατηγόρησε ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ αἰτία ποὺ ὁ Ἐπίσκοπος καὶ ὁ Ὀρέστης δὲν γίνονταν φίλοι. Μὲ λίγα λόγια, ὁρισμένοι πεισματάρηδες καὶ ἀπερίσκεπτοι μὲ ὑποκινητὴ καὶ ἀρχηγό τους τὸν ἀναγνώστη Πέτρο, παρακολουθοῦσαν αὐτὴ τὴ γυναίκα νὰ ἐπιστρέφει σπίτι τῆς γυρνώντας ἀπὸ κάπου. Τὴν κατέβασαν μὲ τὴ βία ἀπὸ τὴν ἅμαξά της, τὴν μετέφεραν στὴν Ἐκκλησία ποὺ ὀνομαζόταν Caesarium, τὴν γύμνωσαν ἐντελῶς, τῆς ἔσκισαν τὸ δέρμα καὶ ἔκοψαν τὶς σάρκες τοῦ σώματός της μὲ κοφτερὰ κοχύλια μέχρι ποὺ ξεψύχησε, διαμέλισαν τὸ σῶμα της, ἔφεραν τὰ μέλη της σὲ ἕνα μέρος ποὺ ὀνομαζόταν Κίναρον καὶ τὰ ἔκαψαν.

Συμπέρασμα: Βλέποντας τὰ στοιχεῖα τῆς περιόδου παρατηροῦμε ὅτι ὁ Ὀρέστης ἐνεργοῦσε σὰν Ἐθνικὸς ἔναντι τοῦ Κυρίλλου καὶ ὅλα αὐτὰ ὑπὸ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοδοσίου! Καὶ μάλιστα ὑπὲρ τῶν Ἰουδαίων μέν, ἐναντίον δὲ τῶν Χριστιανῶν. Ποῦ εἶναι ἄραγε αὐτὴ ἡ σύμπραξη Ἰουδαϊσμοῦ – Χριστιανισμοῦ κατὰ τὸ περίφημο «ἐθνικὸ ἐπιχείρημα» Ἰουδαιο-Χριστιανισμός; Ποῦ εἶναι ἄραγε αὐτὴ ἡ ἀπόλυτη προστασία τῶν χριστιανῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς ἐχθρικὲς πράξεις τῶν Ἐθνικῶν ἢ ἀνάποδα; Ποῦ εἶναι τὸ ὁλοκληρωτικὸ «κυνηγητὸ» τῶν Ἐθνικῶν ἀπὸ τὸν χριστιανὸ αὐτοκράτορα Θεοδόσιο; Γιατί ὁ Κύριλλος δὲν ἀπευθύνεται στὸν Θεοδόσιο ὥστε νὰ παρακαμφθεῖ ὁ Ὀρέστης ἐφόσον ἡ ἐκκλησία ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τοὺς αὐτοκράτορες; (ἄποψη Ἐθνικῶν)

Ἀντιθέτως ἐδῶ βλέπουμε τὸν Ὀρέστη πάμπολλες φορὲς νὰ κινεῖται ὄχι μόνο ἐναντίον τοῦ Κυρίλλου, ἀλλὰ κυρίως ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἂς μὴ μᾶς διαφεύγει τὸ ὅτι πέρασαν πολὺ λίγα χρόνια ἀπὸ τὸ πέρας τῶν Ἐθνικῶν διωγμῶν καὶ τὰ πνεύματα εἶναι ἀκόμη πολὺ ἀναμμένα (νωπὲς μνῆμες ἀπωλειῶν συγγενῶν, παρουσία δοσιλόγων στοὺς διῶκτες κ.ἄ.) Οἱ ἀπόψεις περὶ Ἰουδαϊκῆς ἀνάμειξης δὲν εἶναι καθόλου ἀπίθανες, ἀλλὰ ἀντιθέτως εὐσταθοῦν ἱστορικὰ ἀπολύτως· ἄλλωστε ἡ Ἰουδαϊκὴ ἑλληνόφωνη παροικία στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀριθμοῦσε πολυπληθῆ μέλη. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἐπίσης ὑπάρχει συνεχὴς αἱματοχυσία μεταξὺ Ἑβραίων καὶ Χριστιανῶν (βλέπε καὶ σφαγὴ 250.000 χριστιανῶν στὴν Κύπρο ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους) καὶ αὐτὴ ἡ αἱματοχυσία θὰ συνεχισθεῖ δυστυχῶς καὶ ἀργότερα. Ἐπίσης ἕνεκα διαφορῶν τῶν Χριστιανῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων, σημειώθηκε στάση κατὰ τοῦ Ὀρέστη τὸ 415, μόλις ἕνα χρόνο νωρίτερα ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς δύστυχης Ὑπατίας. Ὁ Ἑβραϊσμὸς ἦταν πάντοτε ἐχθρὸς μὲ τὸν Χριστιανισμό, διότι ὁ τελευταῖος σπίλωνε τοὺς Ἰουδαίους.

Τὸ τραγικότατο αὐτὸ γεγονὸς ἀναμφίβολα καταλύπησε τὸν Ἅγιο Κύριλλο, ἀλλὰ αὐτὸς κατηγορήθηκε ὅτι ὑποκίνησε τὸν ὄχλο. Τὴν κατηγορία αὐτὴν διατύπωσε μετὰ ἀπὸ ἕναν αἰώνα ὁ ἀκμάζων Ἐθνικὸς φιλόσοφος Δαμάσκιος, μὰ δίχως ἀποδείξεις. Ὁ δυσμενῶς διακείμενος πρὸς τὸν Κύριλλο ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς Σωκράτης (ζ´ 15) μᾶς πληροφόρησε ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὄχλου ποὺ δολοφόνησε τὴν Ὑπατία ἦταν ὁ ἀναγνώστης Πέτρος καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ γεγονὸς «οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο», δὲν εἶπε ὅμως ὅτι ὁ Κύριλλος ἦταν ὁ αἴτιος τοῦ φόνου τῆς Ὑπατίας. Ἐν τούτοις, τὸ ἔγκλημα παραμένει ἔγκλημα.

Ἀλλὰ ἀπὸ τὶς 28 Σεπτεμβρίου 416 ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β´ νόμος περὶ τῶν κληρικῶν καὶ τῶν «παραβαλάνων» τῆς Ἀλεξανδρείας. Οἱ «παραβαλανεῖς», ἀποτελοῦντες εἰδικὸ σῶμα 500 ἀνδρῶν εὑρισκόμενο ὑπὸ τῆς ἐντολὲς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας ὑπήχθησαν διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ ἐπάρχου Ἀλεξανδρείας. Ὡς δικαιολογία τῆς μεταβολῆς αὐτῆς ἦταν ὅτι τὸ σῶμα αὐτὸ ἐνέσπειρε τὸν τρόμο καὶ τὴν φρίκη στὴν Ἀλεξάνδρεια διὰ τῶν ἀταξιῶν αὐτοῦ. Ὁ λαὸς τῆς Ἀλεξάνδρειας ζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα στέλνοντάς του πρεσβεία νὰ λάβει τὰ μέτρα του κατὰ τῶν παραβαλάνων. Εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ διάβημα αὐτὸ ἀφοροῦσε τὰ γεγονότα τῆς Ὑπατίας. Ἀλλὰ ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἡ πρεσβεία αὐτὴ τοῦ λαοῦ ζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ὅπως διατάξει ὥστε νὰ μὴν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπός τους Κύριλλος.

Ἡ αἴτηση αὐτὴ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύριλλος ἔλειπε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια οἱ «παραβαλανεῖς» (οἱ διαμένοντες παρὰ τὸ βαλανεῖον) προέβαιναν σὲ ταραχές. Σημειωτέον δὲ ὅτι τὸ διάβημα τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας νὰ μένει ἐκεῖ ὁ Κύριλλος γιὰ προστασία τους, προῆλθε ἀπὸ ὀπαδοὺς τοῦ Ὀρέστη καὶ ὄχι τοῦ Κυρίλλου καὶ ἀπὸ φίλους του Ὀρέστη προερχόταν καὶ ἡ πρεσβεία καὶ ὄχι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς Κυρίλλου. Σὲ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴ δὲν γινόταν οὔτε ἕνας ὑπαινιγμὸς γιὰ τὴν ἐνοχὴ τοῦ Κυρίλλου. Ἀλλὰ ἀντιθέτως ἡ πρεσβεία μὲ σεβασμὸ ἐκφράστηκε γι᾿ αὐτὸν καὶ διὰ τῶν αἰτήσεων τῆς μαρτυροῦσε ὅτι ἡ διαρκὴς παρουσία αὐτοῦ στὴν Ἀλεξάνδρεια θεωρεῖτο ὡς ἐγγύηση γιὰ τὴ συγκράτηση τῆς τάξεως καὶ τὴ συγκράτηση τῶν παραβαλάνων καὶ τὴν πρόληψη νέων αἱματηρῶν ἐπεισοδίων.

Ὁ Αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ἔκρινε σκόπιμο νὰ ὑπάγει αὐτοὺς κάτω ἀπὸ τὶς διαταγὲς τοῦ Ἐπάρχου. Ἀπὸ δὲ τὶς λεπτομέρειες καθίσταται ἀναντίῤῥητο ὅτι ὁ Κύριλλος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δολοφονίας τῆς Ὑπατίας ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίλλου Νεστοριανοὶ συνυφαίνοντας πλῆθος κατ᾿ αὐτοῦ κατηγορίες οὐδέποτε τόλμησαν νὰ ὑπαινιχθοῦν ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ ἐγκλήματος. Φαίνεται δὲ μᾶλλον ὅτι ὁ φανατισμὸς τοῦ Ἐπάρχου Ὀρέστη συνετέλεσε εἰς τὴν ἔξαψη τοῦ φανατισμοῦ τῶν παραβαλάνων, τῶν μοναχῶν καὶ τοῦ αἰγυπτιακοῦ ὄχλου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεόφιλου διατέθηκε δυσμενέστατα κατὰ τῶν ἐμμενόντων εἰς τὴν Ἐθνικὴ θρησκεία Ἑλλήνων τῆς Ἀλεξάνδρειας. Δυστυχῶς οἱ αἱματηρὲς σκηνὲς ἦσαν συνηθισμένες στὴν πόλη αὐτή.

Μετὰ ἀπὸ τὰ παραπάνω, ὅσοι κατηγοροῦν τὸν ἅγιο Κύριλλο, ἀποδεικνύονται συκοφάντες, καθὼς ὄχι μόνο ὁ Ἅγιος Κύριλλος δὲν εἶχε σχέση μὲ τὸ φόνο, ἀλλὰ ἀντιθέτως θεωρεῖτο ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ὡς ἀπαραίτητος γιὰ νὰ ὑπάρχει στὴν περιοχὴ τάξη καὶ εἰρήνη.

Οἱ λόγοι ποὺ ὁ ἅγιος Κύριλλος κατηγορεῖται τόσο ἔντονα καὶ ἄδικα, εἶναι τὸ πλούσιο ἔργο ποὺ ἄφησε πίσω του, εἰς βάρος τῶν ἐχθρῶν της Ἐκκλησίας. Ἀναιρώντας τὸ ἔργο τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη, μὲ τίτλο «κατὰ τῶν Γαλιλαίων» (δηλαδὴ τῶν Χριστιανῶν), ἔγραψε ἀπολογητικὴ ἀναίρεση μὲ τίτλο: «ὑπὲρ τῆς τῶν Χριστιανῶν εὐαγοῦς θρησκείας, πρὸς ἐν ἀθέοις Ἰουλιανόν». Ἀπὸ τὰ πολλὰ συγγράμματά του κατὰ τῶν Νεστοριανῶν ἔγραψε τρεῖς «προσφωνητικοὺς λόγους περὶ τῆς ὀρθῆς πίστεως εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν». Ἔγραψε καὶ σύντομο διάλογο «περὶ ἁγίας τε καὶ ὁμοουσίου Τριάδος». Ἀπὸ τὶς ὁμιλίες του εἶναι περίφημη ἡ «πρὸς τὴν Ἁγίαν Μαρίαν» ποὺ ἀποτελεῖ τὸν πιὸ ὑπέροχο ὕμνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχαιότητας πρὸς τὴν Θεοτόκο. Εἶχε ἐχθροὺς τοὺς αἱρετικοὺς Νοβατιανοὺς καὶ Νεστοριανούς, τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Εἰδωλολάτρες, ποὺ ὅλοι εἶχαν συμφέρον νὰ τὸν κακολογήσουν.

Τὸ ἐνδιαφέρον ὅμως τῆς ὑπόθεσης, εἶναι κάτι ποὺ οἱ εἰδωλολάτρες τὸ ἀποκρύπτουν περὶ τῆς Ὑπατίας: Ὁ Συνέσιος ὁ Κυρηναῖος (+416), μαθητὴς καὶ θαυμαστὴς τῆς Ὑπατίας, μέσα ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία του μαζί της, ἄφησε τὴν πληροφορία ὅτι ἡ νεοπλατωνικὴ φιλόσοφος εἶχε ἐκφράσει τὴν ἐπιθυμία της νὰ γίνει Χριστιανή: «ποθῶ γὰρ Χριστιανὴ ἀποθανεῖν». [Βασιλείου Μυρσιλίδου, Βιογραφία τῆς φιλοσόφου Ἑλληνίδος Ὑπατίας, Ἀθήνα 1926»].

Ὄχι μόνο λοιπὸν δὲν ὑπῆρχαν θρησκευτικοὶ λόγοι τοῦ φόνου τῆς Ὑπατίας, ἀλλὰ ὁ φόνος αὐτὸς ἐργάσθηκε κατὰ τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ ἡ θαυμάσια αὐτὴ γυναίκα, ἀγαποῦσε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του. Ἀλλὰ οἱ ψευδεῖς συκοφάντες τοῦ Νεοπαγανισμοῦ, προσπαθοῦν νὰ παρουσιάσουν τὴν πολιτικὴ αὐτὴ δολοφονία ὡς θρησκευτική, γιὰ νὰ φανοῦν ὡς θύματα.



Ἡ ἀθωότητα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου

Οἱ συκοφάντες τοῦ Παγανισμοῦ ὅσο κι ἂν κατηγοροῦν τὸν ἅγιο Κύριλλο γιὰ τὴν πολιτικὴ δολοφονία τῆς Ὑπατίας, δὲν ἔχουν τὸ παραμικρὸ στοιχεῖο ἐναντίον του. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ τὰ ἴδια τὰ γεγονότα τοὺς διαψεύδουν.

Ὁ ἐθνικὸς Δαμάσκιος (περ. 480-550) συνέγραψε τὰ ἔργα του ἕναν αἰώνα περίπου μετὰ τὴ δολοφονία τῆς λαμπρῆς φιλοσόφου Ὑπατίας (415). Παρὰ ταῦτα προσπαθεῖ νὰ ἀποδώσει ἀτεκμηρίωτα τὸ θάνατό της σὲ μία ... κρυφὴ ζήλια ἐκ μέρους τοῦ ἁγίου Κυρίλλου (Σουΐδας Υ 166). Στὶς πληροφορίες τοῦ Δαμασκίου βασίστηκε καὶ ὁ μεταγενέστερος χρονικογράφος Ἰωάννης Μαλάλας.

Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Κύριλλος νὰ ἔχει πραγματικὰ συμφέροντα ἀπὸ τὴ δολοφονία τῆς Ὑπατίας. Ἐκείνη δὲν ἦταν ὑπέρμαχος τῆς ἀρχαίας λατρείας καὶ δὲν τοῦ ἐναντιωνόταν. Μάλιστα εἶχε πολλοὺς χριστιανοὺς μαθητές, ὅπως ἦταν καὶ ὁ ἐπίσκοπος Συνέσιος ὁ Κυρηναῖος. Λέγεται πὼς τοῦ εἶχε γράψει κάποτε «ποθῶ γὰρ χριστιανὴ ἀποθανεῖν» (π. Γ. Μεταλληνοῦ, Παγανιστικὸς Ἑλληνισμὸς ἢ Ἑλληνορθοδοξία, ἐκδ. Ἁρμὸς 2003). Λέγεται ὅτι ἦταν πολιτικὴ σύμβουλος τοῦ ἐπάρχου Ὀρέστη, πράγμα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προκαλέσει μίσος ἐκ μέρους τοῦ Κυρίλλου. Ὅμως ἐκεῖνος δὲν θὰ πετύχαινε τίποτε μὲ τὸ θάνατό της, παρὰ μόνο τὴν ἐξαγρίωση τοῦ Ὀρέστη. Ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε κάποια ἰσχύ, ἀλλὰ δὲν ἦταν ὑπεράνω νόμων. Ἀκόμη καὶ ὅσοι ἀποῤῥίπτουν τὴν ἁγιότητα τοῦ Κυρίλλου, θὰ ἔπρεπε νὰ παραδεχτοῦν πὼς ἀποκλείεται ἐκεῖνος νὰ ἦταν τόσο ἠλίθιος ὥστε νὰ κινδυνεύσει μάταια νὰ σπιλώσει τὴ φήμη του ἢ καὶ νὰ τιμωρηθεῖ ἀκόμα.

Ἡ Ὑπατία δολοφονήθηκε ἀπὸ κάποιους φανατισμένους Ἀλεξανδρεῖς οἱ ὁποῖοι τὴν θεωροῦσαν ὑπεύθυνη γιὰ τὴν ἀντιπαλότητα μεταξὺ Κυρίλλου καὶ Ὀρέστη (Σωκράτους, Ἐκλησιαστικὴ Ἱστορία, χ´ 15 καὶ Ἰωάννη Νικίου, Χρονικὸν 84. 87-103). Ἔτσι οἱ δράστες δὲν ἦταν τὸ ὑπὸ τὶς διαταγὲς τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας εἰδικὸ σῶμα τῶν «παραβαλάνων». Ἐξάλλου, οἱ κάτοικοι τῆς Ἀλεξάνδρειας ἦταν διαβόητοι ταραχοποιοί (Σωκράτους Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία ζ´ 7 καὶ Κυρίλλου Ὁμιλία εἰς τὸ Πάσχα, 419). Μία σύγχρονη πηγή, ὁ Σωκράτης ὁ Σχολαστικὸς (περ. 380-450) ἀναφέρει πὼς ὁ φόνος τῆς Ὑπατίας ἔγινε μὲ πρωτοβουλία κάποιου ἀναγνώστη ὀνόματι Πέτρος, κι ὄχι τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Σὲ αὐτὸ συμφωνεῖ ἀκόμη καὶ ὁ τρομερὰ φανατισμένος Μονοφυσίτης Ἰωάννης ὁ Νικίου (τέλη 7ου αἰ,). Ἐδῶ ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴ Ἀλεξανδρινὴ Ἐκκλησία, οἱ ἀναγνῶστες δὲν ἦταν ἱερωμένοι κι ὄχι ἀπαραίτητα βαπτισμένοι Χριστιανοὶ (Σωκράτους, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ε´ 22).

Ἴσως κάποιοι ποῦν πὼς ὁ Σωκράτης ἀντιφάσκει μὲ τὸν ἑαυτό του, διότι γράφει ὅτι ὁ θάνατος τῆς Ὑπατίας «οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλω καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησία εἰργάσατο». Μὰ ἡ δήλωση αὐτὴ δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ Κύριλλος ἦταν ὑπεύθυνος, ἀλλ᾿ ἁπλῶς ὅτι ὁ Κύριλλος ντροπιάστηκε πολὺ ἐξαιτίας τῆς ἐγκληματικότητας ἑνὸς τμήματος τοῦ ποιμνίου του.

Φυσικὰ ὁ Σωκράτης δὲν μεροληπτεῖ καθόλου ὑπὲρ τοῦ Κυρίλλου ὅταν τὸν ἀθωώνει, καθὼς δὲν διστάζει ἀλλοῦ νὰ ἐπισημάνει τὰ σφάλματά του. Μάλιστα εἶχε φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὸν κατηγορήσει γιὰ ἀφροσύνη ἐπειδὴ ὁ Κύριλλος τίμησε ὡς μάρτυρα τὸ φανατικὸ μοναχὸ Ἀμμώνιο ποὺ θανατώθηκε ἀφοῦ ἐπιτέθηκε στὸν Ὀρέστη (Σωκράτους, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ζ´ 14). Ὁ Σωκράτης Σχολαστικὸς θεωρεῖται μάλιστα ὅτι ἀνῆκε στὴν αἵρεση τῶν Νοβατιανῶν, λόγω τῆς συμπάθειας ποὺ δείχνει πρὸς ἐκείνους στὸ ἔργο του. Κι ὡς γνωστόν, ὁ Κύριλλος τοὺς φέρθηκε ἐχθρικά (Σωκράτους, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ζ´ 7).

Ἐπιπλέον, ἐφόσον ὅλοι γνώριζαν τὴν ἐνοχὴ τοῦ Πέτρου, ἴσως θὰ μπορούσαμε νὰ ὑποθέσουμε πὼς ἐκεῖνος δὲν διέφυγε τῆς τιμωρίας. Ὁ φόνος ἦταν ποινικὸ ἀδίκημα, σύμφωνα μὲ τοὺς ἰσχύοντες νόμους. Ὁ ἅγιος Κύριλλος δὲν ἐναντιώθηκε στὴν τιμωρία τοῦ Πέτρου (πράγμα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει, δεδομένου τοῦ παρορμητικοῦ χαρακτήρα του καὶ τῶν αὐθαιρεσιῶν ποὺ συνήθιζε νὰ κάνει). Καὶ θὰ ἦταν ἀνόητο νὰ νομίζαμε ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε περισσότερη ἐξουσία ἀπὸ τὸν «ἀντίπαλό» του ἔπαρχο Ὀρέστη. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Κύριλλος δὲν μποροῦσε νὰ σώσει τὸν μοναχὸ Ἀμμώνιο ἀπὸ τὴν τιμωρία, ἂν καὶ ἐκδήλωσε ξεκάθαρα τὶς ἀντιῤῥήσεις του.

Τὰ στοιχεῖα ποὺ διαθέτουμε δὲν ὑποστηρίζουν τὴν ἀστήρικτη εἰκασία ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος ἦταν ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ φόνου τῆς Ὑπατίας. Τὸ βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι ἡ φρικτὴ δολοφονία τῆς Ὑπατίας εἶναι ἀναμφίβολα ἀντίθετη μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ καταδικαστέα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Ἀναφορὲς καὶ περαιτέρω στοιχεῖα στὶς διαδικτυακὲς διευθύνσεις τῆς ΟΟΔΕ (ὀρθόδοξη ὁμάδα δογματικῆς ἔρευνας):

www.osiaefxi.com

Κλικ στις ιστοσελίδες μας: Αρμενιστής, Εμείς και η Κοινωνία μας, Γιάννης Αργυρός Σαντορίνη