Σελίδες

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου (Μτθ. 9, 1–8). Το Ευαγγέλιο της Κυριακής

Τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καρπεναούμ ἔγινε ἀφορμή νά ἀποκαλυφθῆ γιά μιά ἀκόμα φορά ἡ θεία δύναμη καί ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ. Τά θαύματα του εἶναι βεβαίωση τῆς μεσσιακῆς ἰδιότητάς του, πιστοποιοῦν τήν ἀλήθεια καί τήν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου του. Δηλώνουν κατά τόν σαφέστερο τρόπο τή νίκη τοῦ Θεοῦ πάνω στή δύναμη τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας, αἰτίες τῆς ἀνθρώπινης κακοδαιμονίας, καί τήν ἔναρξη νέας ἐποχῆς,
ἐποχῆς χάριτος καί σωτηρίας. Τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ ἔχουν διπλῆ συνέπεια. Ἀποστομώνουν καί καταισχύνουν τούς ἐχθρούς του, πού εἶναι καί ἐχθροί τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐνισχύουν τήν πίστη τῶν ἁπλῶν στήν καρδιά καί ταπεινῶν πού τόν δέχονται γιά Σωτήρα καί Κύριό τους. Ὁ θαυμασμός καί ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ εἶναι τά ἐπακόλουθα κάθε θαύματος τοῦ Χριστοῦ.


Στό σημερινό εὐαγγέλιο βλέπουμε ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος θεραπεύει πρῶτα τήν ψυχή τοῦ παραλυτικοῦ μέ τή φράση «θάρσει τέκνον˙ ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι ἀντί νά χαροῦν καί νά εὐλογήσουν τό Θεό, διότι συγχωρεῖ διά τοῦ παντοδυνάμου καί παντογνώστου Υἱοῦ του τίς ἁμαρτίες ἑνός δυστυχισμένου ἀνθρώπου, στενοχωροῦνται καί σκέπτωνται: «Οὗτος βλασφημεῖ». Καί ὁ Κύριος ὡς παντογνώστης διαβάζει τίς καρδιές καί τίς σκέψεις τους, τούς ἀποκαλύπτει καί τούς βάζει μπροστά στό δίλημμα ἤ νά δεχθοῦν τή θεία του ἐξουσία νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί νά θεραπεύει τό σῶμα ἤ νά ἀρνηθοῦν καί τά δύο, τή θεραπεία τῆς ψυχῆς – ἄφεση ἁμαρτιῶν καί τή θεραπεία τοῦ παράλυτου σώματος. Γι’ αὐτό, γιά νά ἀποδείξει ὅτι «ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἁμαρτίας», λέγει στόν παραλυτικό: «Ἐγερθείς ἆρόν σου τήν κλίνην καί ὕπαγε εἰς τόν οἶκόν σου», σήκω, πάρε τό κρεββάτι σου καί πήγαινε στό σπίτι σου. Ἔτσι ἔγινε ὁλοφάνερο ὅτι ὁ Χριστός εἶναι γεμάτος ἀπό ἀγάπη γιά τά πλάσματά του, εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης.


Γιά τήν ἀγάπη καί τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ πολλές φορές ἀκούσαμε στά κηρύγματα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη σήμερα νά δοῦμε καί τήν παγγνωσία τοῦ Κυρίου. Ἄς ἐξετάσουμε τί σημαίνει γιά τόν καθένα μας τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός εἶναι παντογνώστης καί γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια τῆς ζωῆς μας.


Πρῶτον, μέ τή σκέψη ὅτι ὁ Χριστός εἶναι παντογνώστης ἐνθαρυνόμαστε καί παρηγορούμαστε. Εἶναι σπουδαία ἡ πληροφορία πού μᾶς δίνει ἡ πίστη ὅτι ὁ Κύριος εὑρίσκεται δίπλα μας γιά νά μᾶς ἐνισχύει, νά παρακολουθεῖ τίς ἐπιτυχίες καί τίς δυσκολίες μας καί νά ἐπεμβαίνει ὅταν οἱ περιστάσεις τό ἐπιβάλλουν καί τό ἀπαιτεῖ τό βαθύτερο πνευματικό μας συμφέρον. Τήν πραγματικότητα αὐτή τήν καταλαβαίνουμε ὅταν σέ στιγμές πνευματικῆς καί ψυχικῆς εὐφορίας, πού ἡ χάρη ἐγγίζει τήν ψυχή μας, αἰσθανόμαστε τόν Κύριο πολύ κοντά μας καί ἕνα αἴσθημα γλυκύτητας διαποτίζει τήν καρδιά μας. Ἀλλά καί ὅταν περνοῦμε κάποια δοκιμασία, μιά ἐπώδυνη ἀρρώστια, τότε πού κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια εἶναι ἀνίσχυρη, ὅπως στήν περίπτωση ἑνός φοβεροῦ σεισμοῦ πού σαλεύει τή γῆ. Μακάριος τότε ἐκεῖνος πού μέ τήν πίστη βρίσκει καταφύγιο «εἰς τόν μόνον δυνάμενον σώζειν», τόν παντοδύναμο καί παντογνώστη Θεό. Καταφεύγει σ’ ἐκεῖνον μέ προσοχή καί γαληνεύει, πολλές φορές μάλιστα βλέπει τό χέρι τοῦ Θεοῦ φανερό νά τόν βοηθᾶ καί νά τον προστατεύει.


Ἡ παγγνωσία τοῦ Θεοῦ, ὕστερα, μᾶς βοηθεῖ νά σκεφθοῦμε ὀρθά, νά νιώσουμε τόν ἅγιο φόβο του καί νά ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία. Πραγματικά. Μόνον ὅταν ξεχάσει τήν πανταχοῦ παρουσία καί τήν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει καί παραβαίνει χωρίς ἐντροπή τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ ἐχθρός μας, ὁ διάβολος, προσπαθεῖ νά μᾶς πείσει ὅτι κανείς δέν μᾶς βλέπει καί κανείς δέν θά μάθει ποτέ τό κακό πού διαπράξαμε. Ἄνθρωπος βέβαια, ὅμως ὁ παντογνώστης Θεός τά ξέρει καί τά βλέπει ὅλα. Ἄς θυμηθοῦμε τόν Ἰωσήφ στό σπίτι τοῦ Πετεφρῆ στήν Αἴγυπτο. Πῶς κατόρθωσε ὁ εὐσεβής ἐκεῖνος νέος νά ἀποφύγει τήν ἁμαρτία; Νά ἡ σκέψη του: «Πῶς ποιήσω τό πονηρόν τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου;». Εἶχε ζωηρή τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς παγγνωσίας του.


Ὕστερα ἀπό αὐτά, καί ἐμεῖς βρισκόμαστε μπροστά στό δίλημμα: Ἤ νά ἀρνηθοῦμε τήν παγγνωσία τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀρνούμεθα συγχρόνως καί τήν πίστη σ’ Αὐτόν καί δέν πρέπει νά ἐλπίζουμε καμιά βοήθεια, ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν εἶναι παντογνώστης καί δέν γνωρίζει τί μᾶς συμβαίνει. Ἤ νά δεχθοῦμε ὅτι εἶναι πράγματι παντογνώστης, ὁπότε γνωρίζει καί ὅλα τά ἁμαρτήματά μας καί συνεπῶς θά πρέπει νά ἐπιδιώξουμε μέ εἰλικρινή ἐξομολόγηση νά λάβουμε καί ἐμεῖς σάν τόν παραλυτικό τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἄν δέν τό κάνουμε αὐτό, τότε μαζί μέ τούς γραμματεῖς θά ἀνήκουμε σέ μιά ἀπό τίς κατηγορίες τῶν ἀθέων πού δέν παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει Θεός καί μάλιστα παντογνώστης, τῶν θεϊστῶν πού παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει Θεός ἀλλά δέν ἐπεμβαίνει στή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ κόσμου πού ὁ ἴδιος δημιούργησε, τῶν αἱρετικῶν πού πιστεύουν στό Χριστό ἀλλά δέν δέχονται τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν.


Ὁ Χριστός ὅμως, ὅπως τό εἴδαμε στό σημερινό εὐαγγέλιο, εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης. Μέσα στήν Ἐκκλησία συνεχίζει τό ἴδιο θαῦμα. Συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί σώζει ἀπό τή φθορά καί τό θάνατο. Ἀμήν.


Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης