Σελίδες

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία. Υπόδειγμα Μετανοίας!

ΜΑΡΙΑ  Η ΑΙΓΥΠΤΣΗΜΕΡΑ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει ἕνα καθρέπτην. Ὁ καθρέπτης εἶνε μία γυναίκα, γυναίκα ἁμαρτωλός. Εἶνε ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Δύο φορὲς τὸ χρόνο ἑορτάζει· τὴν πέμπτη (Ε΄) Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, καὶ τὴν 1η Ἀπριλίου. Τόσην σημασίαν ἀποδίδει ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ παράδειγμά της.
Γιὰ νὰ περιγράψῃ κανεὶς τὴν ζωὴ τῆς ὁσίας Μαρίας, ἡ ὁποία κατώρθωσε διὰ τῶν πτερύγων τῆς μετανοίας νὰ ἀρθῇ ὑπεράνω τῶν ἁψίδων τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ γίνῃ συγκάτοικος καὶ συνόμιλος τῶν ἀγγέλων, χρειάζεται γλῶσσα καὶ κάλαμος. Ὅσοι θέλουν, ἂς διαβάσουν τὸ συναξάριο, γιὰ νὰ δουν ἐκεῖ τὸ μεγαλεῖον τῆς μετανοίας. «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία, μεγάλη ἡ μετάνοια» (αἶνοι Μ. Τετάρτης). Ἂς ζωγραφίσωμεν δι᾿ ὀλίγων πενιχρῶν γραμμῶν τὴν εἰκόνα της.

Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἱγυπτία δὲν εἶνε νοσηρὸν πλάσμα φαντασίας. Δὲν εἶνε ρομάντζο· διότι ρομάντζο, δυστυχῶς, θέλησαν νὰ κάνουν τὸ πρόσωπό της αἰσχροὶ λογοτέχναι. Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία εἶνε ἱστορικὸν πρόσωπο. Ἔζησε ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστίνου (518-527), λίγο πρὸ τοῦ Ἰουστινιανοῦ (527-565), τοῦ ἐνδόξου αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου ποὺ ἔκτισε τὴν Ἁγίαν Σοφίαν. Ἀλλ᾿ ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἔχτισε ἕνα ναὸν ἀνώτερον ἀπὸ τὴν Ἁγία Σοφία. Ὁ ναός της εἶνε ἄφθαρτος. Ἡ Ἁγία Σοφία ἐκτίσθη ἀπὸ τοῦβλα καὶ ἀλλὰ ὑλικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ ὁ ναὸς τοῦ πνεύματος τῆς ὁσίας Μαρίας ἐκτίσθη ἀπὸ ἄφθαρτα ὑλικά. Ἐκτίσθη μὲ τὰ δάκρυά της, τὰ ὁποῖα ἔχυσε ἐν τῇ ἐρήμῳ· αὐτὰ ἦσαν τὰ ὑλικὰ μὲ τὰ ὁποῖα ἐκτίσθη ὁ ναὸς τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Ἂς ἀφήσωμεν ὅμως τὰς ἀφῃρημένας ἰδέας καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν πραγματικότητα, ὅπως τὴν ἱστοροῦν οἱ βιογράφοι της.

Τὰ νεανικὰ χρόνια τῆς ὁσίας Μαρίας

Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἐγεννήθη εἰς Αίγυπτο, εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, μίαν ἀπὸ τὶς πλέον διεφθαρμένες πόλεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ἡ ὁποία καὶ μέχρι σήμερον ἐξακολουθεῖ νὰ εἶνε κέντρον ἐμπορίου τῆς λευκῆς σαρκός, ποὺ πωλεῖται ἀντὶ εὐτελεστάτης τιμῆς. Ὄρνεα, κοράκια, ἄγρια πτηνὰ πέφτουν καὶ ῥαμφίζουν τὰς σάρκας τῶν δυστυχισμένων γυναικῶν.
Ἐκεῖ λοιπὸν εἶδε τὸ φῶς τὸ λουλούδι αὐτό· γιατὶ κάθε κοριτσάκι εἶνε λουλούδι, λουλούδι τοῦ οὐρανοῦ. Τὸ κοριτσάκι αὐτὸ τὸ ἀθῷο μέσα στὴν πόλιν αὐτὴν διεφθάρη σὲ ἡλικίαν, παρακαλῶ, 12 ἐτῶν. Ὁ σατανᾶς τῆς πορνείας ἀπέκοψε τὸ κρίνον, τὸ ἄνθος αὐτὸ τῆς παρθενίας καὶ ὡραιότητος, καὶ τὸ ἔρριψε μέσα εἰς τὸν βόρβορον.
Δὲν κατηγορῶ, ὄχι. Δὲν κατηγορῶ τὰ κορίτσια τὰ ὁποῖα παραστρατοῦν· ὄχι, δὲν κατηγορῶ τὰς γυναῖκας αἱ ὁποῖαι ἐξώκειλαν. Κατηγορῶ τὴν κοινωνία, τὴ διεφθαρμένη κοινωνία. Ἐὰν ἡ κοινωνία δὲν ἦτο διεφθαρμένη, δὲν θὰ διεφθείρετο κανένα κορίτσι. Ἀλλ᾿ ὅταν μυριάδες δαίμονες τῆς κολάσεως σπρώχνουν τοὺς νέους καὶ τὰ κορίτσια μας εἰς τὴν διαφθοράν, τὴν εὐθύνη τὴν ἔχουν κυρίως οἱ μεγάλοι, ἡ διεφθαρμένη κοινωνία, ἡ ὁποία διὰ μυρίων χειρῶν ὠθεῖ τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ἄβυσσον τῆς καταστροφῆς.
Ἐγὼ θαυμάζω. Ἂν μὲ ρωτήσετε, ποιό εἶνε θαῦμα, θαύματα εἶνε πολλά. Ἐγὼ θεωρῶ θαῦμα, ναὶ θαῦμα εἰς τὸν αἰῶνα μας, ὅταν δῶ ἕνα κορίτσι ἢ ἕνα νέον ἁγνόν. Ἕνας νέος ἁγνός, ποὺ διετήρησε τὴν καθαρότητά του μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ γάμου του καὶ λευκὸς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας στεφανώνεται, ἀμόλυντος, μὴ γνωρίζων γυναῖκα παρὰ μόνον αὐτὴ τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ, ἐγὼ τὸν νέον αὐτὸν τὸν θεωρῶ θαῦμα μέσα εἰς τὸν αἰῶνα αὐτὸν τῆς διαφθορᾶς. Θαῦμα, τὸ ὁποῖο κρατεῖ ὁ Θεός, γιὰ ν᾿ ἀποδείξῃ ὅτι καὶ εἰς τὰς πλέον διεφθαρμένας κοινωνίας ὑπάρχει πίστις καὶ ἀρετή, ὑπάρχει μεγαλεῖον οὐράνιον.
Διεφθάρη ἡ ὁσία Μαρία σὲ ἡλικίαν τοιαύτην. Δὲν πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ ὄργια, ὅπως ἀσχολοῦνται τὰ ρομάντζα καὶ τὰ μυθιστοριογραφήματα. Θὰ καλύψω διὰ πέπλου σιωπῆς τὸν βίον τῆς ἁμαρτίας, τὸν ὁποῖον ἔζησε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Ἕνα μόνον λέγω· ὅτι ἐδούλευσε εἰς τὸν σατανᾶ τῆς πορνείας – πόσα χρόνια; Δεκαεφτὰ (17) χρόνια. Ἦτο ἡ πλέον διαβόητος πόρνη. Μὴ σκανδαλισθῇ κανεὶς διότι τὴν ὠνόμασα πόρνην· διότι πόρνην τὴν ὀνομάζουν τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν θὰ γίνω ἐγὼ εὐγενέστερος αὐτῶν.
Ἦτο, λοιπόν, ἡ διαβόητος γυναίκα τῆς ἁμαρτίας εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἀλεξάνδρειας. Μίαν ἡμέραν ἡ Μαρία, καθὼς περπατοῦσε στὴν ἀκρογιαλιὰ τῆς Ἀλεξάνδρειας, βλέπει ἐκεῖ ἕνα πλοῖον μὲ τὰ πανιὰ ἕτοιμο. Περίμενε οὔριον ἄνεμον γιὰ νὰ ξεκινήσῃ. Πλησιάζει. Τὸ πλοῖον ἦτο γεμᾶτο. Οἱ ἐπιβάται ἦταν ὅλοι προσκυνηταί. Μετέβαιναν εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους, νὰ προσκυνήσουν τὰ μέρη τὰ ἅγια. Πλησίασε καὶ παρεκάλεσε τὸν καπετάνιο νὰ τὴ βάλῃ κι αὐτὴν μέσα. Ὁ καπετάνιος τῆς λέγει·
―Ναῦλον;
―Ναῦλον δὲν ἔχω, ναῦλος εἶνε τὸ κορμί μου.
Καὶ εἰσῆλθε εἰς τὸ πλοῖον. Καὶ ἐμόλυνε ἀκόμα καὶ τὴ θάλασσα μὲ τὰ ὄργιά της, τὰ ὁποῖα ἐτέλεσε κατὰ τὸν πλοῦν ἀπὸ Ἀλεξανδρείας μέχρι Γιάφας. Ἂς τὰ ἀποσιωπήσωμεν καὶ αὐτά.
Ἀπεβιβάσθη εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἦρθε μαζὶ μὲ τοὺς προσκυνητὰς εἰς τὸν τόπον τὸν ἅγιον· ὄχι διὰ νὰ προσκυνήσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ σκανδαλίσῃ καὶ ν᾿ ἁμαρτήσῃ ἀκόμη περισσότερον, καὶ νὰ βυθισθῇ εἰς τὸν βόρβορον ἀκόμη βαθύτερον.

Ἡ μετάνοιά της

Ὅταν ἔφθασε εἰς τὰ Ἰεροσόλυμα ἦταν 14 Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Ἔκ τινος περιεργείας ἔσπευσε καὶ αὐτὴ εἰς τὸν Πανάγιον Τάφο. Πλησίασε τὰ πλήθη ποὺ συνωστίζοντο εἰς τὴν θύρα τοῦ ναοῦ. Ἀλλ᾿ ὅταν τὸ πόδι της ἐπάτησε τὸ κατώφλι, ἐσταμάτησε· δὲν μποροῦσε νὰ προχωρήσῃ. Κατέβαλε ἐκ νέου προσπάθεια. Ἀδύνατον. Ἵδρωσε παλαίοντας μὲ τὸ ἀόρατον ἐμπόδιον. Τότε κατάλαβε, ὅτι οἱ ἁμαρτίες της ἦταν ἐκεῖνες ποὺ δὲν τὴν ἄφηναν· ἡ θεία δύναμις δὲν ἐπέτρεπε νὰ εἰσέλθῃ μέσα εἰς τὸν ναό. Τότε διὰ πρώτην φορὰν ᾐσθάνθη τὸ ασθημα τῆς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς. Σὲ μιὰ στιγμὴ κοίταξε τὴν εἰκόνα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ νοερῶς ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν Παναγία εἶπε· «Παναγία Δέσποινα, γλυκειὰ μάνα τοῦ κόσμου, νιώθω ὅτι εἶμαι ἕνα κουρέλι βρωμερό. Σὲ παρακαλῶ, μεσίτευσε στὸ Χριστὸ νὰ μὲ δεχθῇ μέσα στὸ ναό του, μέσα στὸ παλάτι του, νὰ προσκυνήσω τὸ τίμιον Ξύλον, καὶ σοῦ δίδω ὑπόσχεσιν ἱεράν, ὅτι θὰ παύσω πλέον τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἄσωτον βίον». Καὶ μόλις ἔκανε τὴν προσευχὴ αὐτή, ἐνῷ πρῶτα ἤτανε μολύβι ἀσήκωτο, ἐλαφρὰ τώρα πλέον, ἔγινε πουλὶ πετάμενο. Εἰσῆλθε εἰς τὸν ναό, ἐπλησίασε τὸν Ἐσταυρωμένο, ἐγονάτισε ἐνώπιόν του, ἔβρεξε τοὺς παναχράντους πόδας του μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας της. Μετὰ δυσκολίας ἀπεσπάσθη ἀπὸ τοὺς ἀχράντους πόδας τοῦ Ἐσταυρωμένου ―νεωτέρα αὐτὴ ἁμαρτωλὸς γυνὴ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος― καὶ ἐξῆλθε ἐκ τοῦ ναοῦ μετανοημένη καὶ δακρύουσα. Ἔσπευσε ἀμέσως καὶ εὗρε πνευματικὸν τῆς πόλεως Ἰεροσολύμων, ἤνοιξε τὴν καρδίαν της καὶ εἶπε τὰ μεγάλα μυστικὰ τῆς ζωῆς της, ἀπεκάλυψε τὸν βόρβορον τῆς ψυχῆς της, καὶ ἐζήτησε τὰ φάρμακα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐθεραπεύετο.
Ὁ πνευματικός, ψυχολόγος ἄριστος, τῆς ὑπέδειξε νὰ μὴ ἐπιστρέψῃ πλέον εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ἀλλὰ ν᾿ ἀναχωρήσῃ μακρὰν τοῦ τόπου τῶν σκανδάλων καὶ τῶν ὀργίων. Τέκνον τοῦ Θεοῦ, τῆς εἶπε, «ἐὰν Ἰορδάνην διαβῇς, μεγάλην ἀνάπαυσιν εὑρήσεις»· ἐὰν περάσῃς, λέει, τὸν Ἰορδάνη ποταμό, θὰ βρῇς μεγάλη ἀνάπαυσι.
Συνεπὴς πρὸς τὴν ἐντολὴν αὐτὴν τοῦ πνευματικοῦ της πατρός, ἀνεχώρησε πρὸς τὸν Ἰορδάνην. Συνεκινήθη ὅταν εἶδε τὰ ῥεῖθρα νὰ ῥέουν. Περίμενε. Ἕνα πλοιάριον τὴν μετέφερε. Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, μὲ τὰ λοῦσα, μὲ τὰ δακτυλίδια ,μὲ τὸν πλοῦτο τὸν ἄφθονο, μὲ τὴν χλιδὴν τῶν ἐραστῶν της, ἔρριξε τὰ πάντα μέσα εἰς τὸν ποταμὸν ἐκεῖνον, καὶ εἰσῆλθε εἰς τὴν ἔρημον. Εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου χιλιάδες ἀσκηταὶ ἠσκήτευσαν· εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἐνήστευσε τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ νύκτας καὶ οὔτε ἔφαγε οὔτε ἔπιεν· εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου διεξάγεται πάλη μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς· εἰς τὴν ἔρημον, ἡ ὁποία δίδει πτέρυγας εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ὅπου νικᾶται τὸ πνεῦμα τοῦ σατανᾶ.
Ἔμεινε εἰς τὴν ἔρημον. Πόσον ἔμεινε;

Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς

Ἀλλ᾿ ἂς σταματήσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ ἂς ἀφήσωμεν γιὰ λίγο τὴν ὁσία Μαρία. Ἂς στρέψωμεν τὸ βλέμμα σὲ ἕνα ἄλλο πρόσωπο ἱερόν, μὲ τὸ ὁποῖο συνδέεται ἡ ἱστορία τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Τὸ δὲ πρόσωπον αὐτὸ εἶνε ὁ πνευματικός της πατήρ, ὁ περιβόητος Ζωσιμᾶς.
Τί ἦτο ὁ Ζωσιμᾶς; Χρόνια, ἀπὸ μικρὸ παιδί, ἔζησε σὲ μιὰ σπηλιά. Ἔφτασε σὲ ἡλικίαν 53 ἐτῶν. Νηστευτὴς φοβερός, ἔπινε νεράκι μόνο καὶ ἔτρωγε χουρμᾶδες. Ἐκοιμᾶτο ἐπάνω στὶς ἀμμουδιὲς καὶ ἐσκληραγώγει τὸ σῶμα του. Ἐφαίνετο ὡς ἄγγελος καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς ἄϋλος. Καὶ ὅμως, παρ᾿ ὀλίγον νὰ πέσῃ καὶ νὰ συντριβῇ. Διότι ἐκινδύνευσε νὰ ὑπερηφανευθῇ. Ὁ σατανᾶς τοῦ ἔσπειρε τὸν λογισμὸν καὶ τοῦ λέγει·
―Ζωσιμᾶ, εἶσαι ὁ ἁγιώτερος στὸν κόσμο.
―Ὄχι! παρεμβαίνει ἄγγελος τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶσαι σύ, Ζωσιμᾶ, ὁ ἁγιώτερος. Κάποια ἄλλη ψυχὴ εἶνε πιὸ ἁγία ἀπὸ ἐσένα. Σὺ εἶσαι ἁμαρτωλός. Καὶ ἐπειδὴ ὑπερηφανεύθης, νὰ σηκωθῇς νὰ φύγῃς ἀπὸ τὸ σπήλαιο, νὰ πᾷς στὸ πιὸ αὐστηρὸ μοναστήρι τῆς περιφερείας κ᾿ ἐκεῖ νὰ περάσῃς τὴν ζωήν σου.
Ὑπήκουσε ὁ Ζωσιμᾶς στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔφυγε ἀπὸ τὴ σπηλιά του, ὅπου ὑπέστη τὸ πτῶμα τῆς ὑπερηφανείας, ἀνεχώρησε καὶ πῆγε στὸ αὐστηρότερο μοναστήρι. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ εἶχε περίπου τριακόσους καλογήρους. Αὐτοί, ὅταν ἔφτανε ἡ μεγάλη Τεσσαρακοστή, κλείνανε τὸ μοναστήρι καὶ φεύγανε. Ἔπαιρνε καθένας τὸ σακκίδιόν του, ἔφευγε πέραν τοῦ Ἰορδάνου, μέσα στὴν ἔρημον, καὶ ἐκεῖ ἐνήστευον πραγματικὴν νηστείαν· ὄχι αὐτὴ τὴν ψευδῆ νηστεία ποὺ νηστεύομεν ἐμεῖς. Μιμηταὶ κατὰ πάντα τῆς νηστείας τοῦ Κυρίου, οἱ καλόγεροι αὐτοὶ ἐνήστευαν ὅπως ὁ Χριστός. Μόνο νεράκι τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ καὶ ὀλίγα τινὰ χόρτα ἔπαιρναν ποὺ ἔφυεν ἡ ἄξενος γῆ. Καὶ πότε ἐπέστρεφαν; Ἐπέστρεφαν τῶν Βαΐων, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ σεπτὰ πάθη. Τὸ λέγει ἡ Ἐκκλησία αὐτό, εἶνε τὸ τραγούδι τῶν καλογέρων. Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου τὸ βράδυ, στὸν ἑσπερινὸ τῶν Βαΐων, πρὸ τοῦ δοξαστικοῦ, ὑπάρχει τὸ τραγούδι τῶν καλογέρων, ποὺ ἔλεγαν ὅταν γύριζαν ἀπὸ τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια καὶ τὰ διάσελα. Ἐπέστρεφαν κρατώντας στὸν ὦμο σταυρό, σκελετοὶ πλέον ἀπὸ τὴν σαρανταήμερη νηστεία, καὶ ἔλεγαν· «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε· καὶ πάντες αροντες τὸν σταυρόν σου λέγομεν· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου, Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις».
Σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστήρι πῆγε ὁ Ζωσιμᾶς ὁ πνευματικός, πρὸς τιμωρίαν του καὶ ἁγνισμὸν καὶ ταπείνωσιν. Ἐκεῖ ἔμενε. Ὅταν ἔφτασε ἡ νηστεία πῆρε τὸ σακκίδιόν του, πέρασε τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ βρέθηκε μέσ᾿ στὴν ἔρημο.

Ἡ συνάντησις

Ἐκεῖ μιὰ βραδιά, τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἥλιος ἔρριπτε τὰς τελευταίας ἀκτῖνας, μέσα σὲ κάποια χαράδρα κοιτάζει· ἕνα φάντασμα ἐκινεῖτο. Τρόμος τὸν κατέλαβε. Σατανᾶς; Πλησιάζει. Κάνει τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, τὸ φάντασμα δὲν φεύγει· διότι ὁ σατανᾶς φεύγει ὅταν κάνῃς τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, δὲν ὑποφέρει. Ὅπως ὁ λαγὸς φοβεῖται τὴν ἀστραπὴ καὶ τὴ βροντή, οὕτω καὶ ὁ σατανᾶς φοβεῖται τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔφυγε. Δὲν ἦτο φάντασμα, δὲν ἦτο σατανᾶς, δὲν ἦτο πνεῦμα πονηρόν. Ἦτο μία γυναίκα. Καὶ τοῦ λέγει·
―Ζωσιμᾶ!
Φρίκη τὸν κατέλαβε. Ἡ γυναίκα αὐτὴ μέσ᾿ στὴν ἔρημο νὰ γνωρίζῃ τὸ ὄνομά του;
―Ζωσιμᾶ, μὴ φοβεῖσαι. Εἶμαι ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Σὲ παρακαλῶ, μὴ πλησιάσῃς. Τὰ ροῦχα μου λειώσανε. Δῶσε μου τὸ ῥάσο σου, νὰ σκεπάσω τὴ γύμνια μου.
Τῆς πέταξε τὸ ῥάσο του καὶ ἐσκεπάσθη. Πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε·
―Σαρανταεπτὰ χρόνια εἶμαι στὴν ἔρημο. Τί γίνεται ὁ κόσμος;
Ὁποία ὡραία ψυχή! Τὸ ἐρώτημά της· Τί γίνεται ὁ κόσμος; Πῶς πᾶνε αἱ γυναῖκες; Πῶς πᾶνε οἱ ἄντρες; Τὰ ἀντρόγυνα πῶς ζοῦν; Τὰ παιδιὰ πῶς εἶνε; Ὁ βασιλιᾶς πῶς εἶνε; Τὸ κράτος, ὁ κόσμος ὅλος πῶς πηγαίνει;… Ἁγία ἦτο, στὴν ἔρημο ἦτο· ἡ καρδιά της ὅμως ἐχτύπαγε γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρο.
Καὶ μετά; Βλέπει τὴν ἁγία νὰ προσεύχεται. Σταμάτησε. Τὰ δάκρυά της πέφτανε κορόμηλο ἐπάνω στὴ διψασμένη γῆ. Σὲ μιὰ στιγμὴ τὴ βλέπει νὰ σηκώνεται ἕνα πῆχυ ἐπάνω· δὲν πατοῦσε πιὰ στὴ γῆ. Ὦ Θεέ μου! Ζωσιμᾶ, ταπεινώσου. Τόσες φορὲς προσευχήθηκες, μὰ ποτέ ἐσὺ δὲν σηκώθηκες ἔτσι. Γιά δὲς αὐτή· μετέωρος στέκεται πάνω ἀπὸ τὴν ὕλη, πάνω ἀπὸ τὰ γήινα…
Ὅταν τελείωσε, μὲ δάκρυα στὰ μάτια εἶπε τὸν βίο της· ἂς μὴ τὸν ἐπαναλάβουμε. Εἶμαι ἁμαρτωλή, διέπραξα ὄργια. Ἐμόλυνα τὸν ἀέρα, τὴν ξηρά, τὴ θάλασσα, τὰ λιμάνια, τὰ καράβια… Θά ᾿πρεπε ν᾿ ἀνοίξῃ ἡ γῆ νὰ μὲ καταπιῇ. Ἀλλὰ μέγα τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Κ᾿ ἐδῶ ὅμως στὴν ἔρημο ὁ σατανᾶς δὲ᾿ μ᾿ ἄφησε ἥσυχη. Κ᾿ ἐδῶ πάλεψα μαζί του…

Ὁ πόλεμος τῆς φαντασίας

Ἕνα ψυχολογικὸ πρόβλημα τίθεται ἐδῶ. Ποῖον τὸ πρόβλημα; Ἐπάλεψε εἰς τὴν ἔρημο 47 χρόνια ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία μὲ τὸ μεγαλύτερο κίνδυνο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ποιός εἶνε αὐτός; Ἡ φαντασία τοῦ ἀνθρώπου. Ὤ αὐτὴ ἡ φαντασία! Εἶνε ὁ δημιουργὸς τῶν ἐφευρέσεων καὶ τῶν ἀνακαλύψεων τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, ἡ μήτηρ πάσης δημιουργίας. Ἄνευ φαντασίας τίποτε ἀξιόλογο δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐπὶ τῆς γῆς. Ἂν δὲν εἶχε φαντασίαν ὁ Κολόμβος, δὲν θ᾿ ἀνεκάλυπτε τὴν Ἀμερική. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε φαντασία, οὔτε λαξεύματα καὶ ἀγάλματα, οὔτε ποιήματα καὶ ἐμπνευσμένοι λόγοι, οὔτε πτερωτὰ ὄνειρα καὶ συλλήψεις, οὔτε ὁράματα καὶ σχέδια, οὔτε προσπάθειες καὶ ἀγῶνες θὰ ὑπῆρχον. Ἂν δὲν ὑπῆρχε φαντασία, οὔτε τὸ ᾿21 θὰ εχαμε οὔτε τὸ ᾿40· φαντασία χρειάζεται κ᾿ ἐδῶ. Ὅσοι ὡραματίσθησαν τὴν Ἑλλάδα μεγάλη, φαντασία ἔχουν, εὐγενῆ καὶ ὑψηλήν. Ἀλλ᾿ ἡ φαντασία, ἡ ὁποία εἶνε ὄργανο δημιουργίας, μία ἀπὸ τὰς μεγάλας δυνάμεις μὲ τὰς ὁποίας εἶνε προικισμένος ὁ ἄνθρωπος, πολὺ συχνὰ γίνεται ὄργανον ὀλέθρου, ὄργανον διαφθορᾶς. Ἐὰν μὲ ρωτήσετε, ποιός εἶνε ὁ πιὸ διεφθαρμένος κινηματογράφος, θὰ σᾶς πῶ· Ὁ πλέον διεφθαρμένος κινηματογράφος εἶνε μέσ᾿ στὴν καρδιά μας· εἶνε ἡ φαντασία. Ὤ ἡ φαντασία! Κοιμᾶσαι καὶ ἔρχονται μπροστά σου, ταινία ὁλόκληρος, τὰ περασμένα χρόνια. Γηράσκεις, τὰ μαλλιά σου ἀσπρίζουν, τὰ δόντια πίπτουν, τὰ γόνατά σου τρέμουν, εἶσαι κοντὰ στὸν τάφο, ἀλλ᾿ ἡ φαντασία σοῦ φέρνει μπροστὰ ὁλοζώντανες εἰκόνες γυναικῶν, γλεντιῶν, διασκεδάσεων, ὀργίων· καὶ παλεύεις… Ὅπως λένε οἱ ψυχολόγοι, ἡ σαρκικὴ ἁμαρτία, τὸ σέξ, ἡ καραμέλλα αὐτὴ τοῦ διαβόλου ποὺ πιπιλίζουν ὅλοι, κατὰ 95% εἶνε νοσηρὰ φαντασία. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτή, δὲν θὰ ὑπῆρχε διαφθορά. Ὁ σατανᾶς, λοιπόν, ἔφερε μπροστά της τὴν Ἀλεξάνδρεια. 700 μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἦταν, ἀλλὰ ἡ Ἀλεξάνδρεια ἦτο μπροστά της· μὲ τὰ γλέντια, μὲ τοὺς καμπανίτας, μὲ τοὺς χορούς, μὲ τοὺς ἐραστάς, μὲ τὰ δαχτυλίδια, μὲ ὅλην τὴν βρωμερὰν καὶ ἀκάθαρτον ὕλην. Ἐπολέμησε γιὰ νὰ καθαρίσῃ τὴ φαντασία της. Ὦ Χριστιανοί μου, ὦ νέοι καὶ νέες, ἂς κλείσωμεν τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς καὶ ἂς κρεμάσωμε μέσ᾿ στὸ σαλόνι της ὄχι εἰκόνες βορβόρου, ἀλλὰ εἰκόνες ἁγιότητος, εἰκόνες τοῦ ὡραίου καὶ τοῦ ἀληθοῦς.
 
Θεία κοινωνία καὶ κοίμησις Τέλος λέγει στὸν Ζωσιμᾶ· ―Μιὰ χάρι ζητῶ. Σαρανταεπτὰ χρόνια εἶμαι ἀκοινώνητος. Σὲ παρακαλῶ, τοῦ χρόνου τέτοια μέρα νὰ ξανάρθῃς καὶ νὰ μοῦ φέρῃς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τίποτε ἄλλο δὲ᾿ ζητῶ, νὰ κοινωνήσω τὸν Χριστόν μου. Τὸν ἄλλο χρόνο ὁ Ζωσιμᾶς νά ᾿τος πάλι. Στὸν κόρφο του εἶχε τὴν θείαν κοινωνίαν. Πλησιάζει. Τὸ ποτάμι εἶχε φοβερὴ κατεβασιά. ―Πῶς θὰ περάσω, σκεπτόταν, νὰ συναντήσω τὴν ὁσία; Μὰ σὲ μιὰ στιγμὴ τὴ βλέπει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Πλοιάριο δὲν ὑπῆρχε. Γονατίζει ἡ Μαρία, κάνει τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί, λὲς καὶ ἦτο ἑλικόπτερο, περνάει! Πέρασε πάνω ἀπὸ τὸ ποτάμι ὡσὰν μὲ νοερὰν γέφυραν. Τὸν πλησίασε, ἔπεσε στὰ γόνατα, εἶπε τὸ «Πάτερ ἡμῶν…», εἶπε τὸ «Πιστεύω…», ζήτησε συγγνώμη, καὶ τότε ἤνοιξε τὸ ἅγιό της στόμα καὶ ἐκοινώνησε τὸν θεῖον μαργαρίτην. Πῶς ἐκοινώνησε; Σὰν κ᾿ ἐμᾶς; Ὦ Θεέ μου, συγχώρεσέ μας. Ποιούς νὰ κλάψω, αὐτοὺς ποὺ δὲν κοινωνοῦν ἢ αὐτοὺς ποὺ κοινωνοῦν χωρὶς φόβο;… Μετὰ πλέον λέγει κι αὐτή· «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην σου, Δέσποτα…». Ζωσιμᾶ, σὲ παρακαλῶ, ἔλα πάλι τοῦ χρόνου τέτοια μέρα νὰ μὲ βρῇς. Συνεπὴς πρὸς τὴν ἐπιθυμία της, ἐπανῆλθε ὁ Ζωσιμᾶς τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ψάχνει ψάχνει…, κουράστηκε. Ἐπὶ τέλους σὲ κάποιο ὕψωμα βλέπει ἐκεῖ ἕνα νεκρὸ σῶμα. Εἶχε σταυρώσει τὰ χέρια της εἰς σχῆμα σταυροῦ καὶ δίπλα ἐκεῖ εἰς τὸ χῶμα ἦταν χαραγμένο· «Ζωσιμᾶ, θάψε τὸ σῶμα τῆς Μαρίας». Προσπάθησε νὰ σκάψῃ. Δὲν εἶχε οὔτε φτυάρια οὔτε ἄλλα ἐργαλεῖα. Μὲ τὰ ἀδύνατα χέρια του ἦτο ἀδύνατον· σκληρὸν τὸ ἔδαφος. Ξαφνικὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἔρημο ἔρχεται ἕνα λιοντάρι. Τρόμος τὸν κατέλαβε. Χάθηκα! εἶπε. Πλησίασε τὸ λιοντάρι. Κάνει ὁ Ζωσιμᾶς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ λέγει· Λιοντάρι, πλάσμα τοῦ Θεοῦ, βοήθησέ με νὰ θάψω τὴν νεκρά. Καὶ βλέπεις τὸ λιοντάρι ἐκεῖνο, μὲ τὰ μπροστινά του πόδια, μὲ τὰ νύχια του τὰ σκληρά, νὰ γίνεται νεκροθάφτης, νὰ σκάβῃ βαθειὰ καὶ ν᾿ ἀνοίγῃ τάφο. Ὅταν πλέον ἄνοιξε ὁ τάφος καὶ ἔβαλε μέσα τὸ κορμὶ τῆς Μαρίας, τότε ―ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους, ἐμεῖς πιστεύομεν― τὸ λιοντάρι στάθηκε κλαίοντας καὶ μουγκρίζοντας. Καὶ μετὰ τὴν ταφή, ὅπως στοὺς νεκροὺς μεγάλων βασιλέων κροτεῖ τηλεβόλον, ἔτσι, σὰν ζωντανὸ τηλεβόλο, ἐβόησε τὸ λιοντάρι μὲ φωνὴ μεγάλη· ἐσείσθη ἡ ἔρημος ἀπὸ τὸν βρυχηθμόν του. Τέλος, ἀφοῦ ἔπεσε καὶ προσεκύνησε τὸ Ζωσιμᾶ, ἐξηφανίσθη μέσ᾿ στὴν ἔρημον. Ὤ μυστήρια, ὤ θαύματα ποὺ ἔχει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία!
 
Τρεῖς παρατηρήσεις

Ταῦτα, ἀγαπητοί μου, εἶχα νὰ επω σήμερον προβάλλοντας ὡς πρότυπον μετανοίας τὴν ὁσίαν Μαρίαν. Μόνο δύο λέξεις θέλω νὰ προσθέσω, ὡς ἀπάντησιν σὲ κάποιες ἐνστάσεις.
 ―Μπᾶ, ἀπίστευα πράγματα εἶν᾿ αὐτά. Νὰ σηκώνεται ὁ ἄνθρωπος ἕνα πῆχυ πάνω ἀπὸ τὴ γῆ μετέωρος!… Νὰ περνάῃ μὲ ἐναέριον γέφυραν τὸν ποταμόν!… Νὰ παρουσιάζεται λιοντάρι, νὰ γίνεται νεκροθάπτης, καὶ νὰ κροτῇ ὡς τηλεβόλον εἰς τὴν ἔρημον!
Ἐρώτημα ἕνα. Πιστεύεις εἰς τὸν Θεόν; Ἂν πιστεύῃς, «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι» (Μᾶρκ. 9,23). Αὐτὸς ποὺ ἔπλασε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοὺς βυθοὺς τῶν θαλασσῶν καὶ δημιούργησε ἕνα πάγκαλον κόσμον, μπορεῖ τὰ πάντα. Ὄχι μόνον αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ βίος τῆς ὁσίας Μαρίας θὰ ἰδῇς, ἀλλὰ καὶ «μείζω τούτων ὄψει» (Ἰωάν. 1,51).
Δευτέρα παρατήρησις. Ἡ μεγαλυτέρα δύναμις εἰς τὸν κόσμον ποιά εἶνε; Δὲν εἶνε τὰ ὅπλα ἢ τὸ χρῆμα, οὔτε αὐτὸς ὁ ἐπίγειος ἔρως, ποὺ ὡρισμένοι τὸν χαρακτηρίζουν ἀκατανίκητον. Ἡ μεγαλυτέρα δύναμις εἶνε ὁ θεῖος ἔρως, ποὺ δημιουργεῖ τὴν ἁγιότητα. Εἶσαι ἅγιος; Καὶ τὰ λιοντάρια θὰ σὲ προσκυνήσουν. Μὴ φοβᾶσαι· καὶ ποτάμια καὶ φωτιὲς καὶ πύργοι καὶ δαίμονες, ὅλα εἶνε μηδὲν μπροστὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὴν ἁγιότητα. Θὰ σᾶς δώσω δύναμι, λέγει ὁ Χριστός, νὰ πατῆτε ἐπάνω στὰς κεφαλὰς «ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ» (Λουκ. 10,19). Εἶσαι ἅγιος; Καὶ τὰ θηρία θὰ σὲ προσκυνήσουν. Δὲν εἶσαι ἅγιος, ἀλλὰ ἁμαρτωλός; Τότε, ὦ συναμαρτωλοὶ ἀδελφοί μου, καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ γίνουν φίδια νὰ μᾶς φᾶνε. Ὅσο ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος, τόσον καὶ ἡ φύσις ἐξημερώνεται. Καὶ ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, τόσον καὶ ἡ φύσις ἀγριεύει ἐξανισταμένη ἐναντίον του.
Τὸ τρίτον ποῖο εἶνε; Ἡ ὁσία Μαρία μᾶς διδάσκει, ὅτι ἡ δύναμις τῆς μετανοίας εἶνε μεγάλη. Τί ἦτο ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία; Κουρέλι βρωμερὸ καὶ ἀκάθαρτο, «ῥάκος ἀποκαθημένης», ὅπως λέγει Ἠσαΐας ὁ προφήτης (Ἠσ. 64,6). Τὸ κουρέλι ὅμως αὐτὸ τῆς ἁμαρτίας, τὸ βουτηγμένο μέσ᾿ στὸ βοῦρκο, τὸ πῆρε ὁ Χριστός μας καὶ τὸ ᾿βαλε στὸ πλυντήριο. Ὅπως ὑπάρχουν πλυντήρια καὶ βάνεις τὰ βρωμερὰ ροῦχα καὶ βγαίνουν ἀπὸ ᾿κεῖ φρέσκα καὶ ἀρωματώδη, ἔτσι πῆρε καὶ τὴν ψυχὴ αὐτή, τὴν ἔρριψε μέσα στὸ πλυντήριόν του, μέσα στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, καὶ βγῆκε λευκὴ ὡς χιών, μὲ λευκότατον χιτῶνα, ὅπως ἡ καθαρὰ σινδὼν τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Νικοδήμου μὲ τὴν ὁποία περιτύλιξαν τὸ ἀκήρατον σῶμα τοῦ Χριστοῦ· «…Σινδόνι καθαρᾷ εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν…» (ὄρθρος Μ. Σαββάτου, ἀπολυτίκιον).
Ὦ Χριστιανοὶ ποὺ μὲ ἀκούετε! Ὅπως δὲν ὑπάρχει παιδὶ ἀβάπτιστο, ἔτσι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ Χριστιανὸς χωρὶς ἐξομολόγησι. Γιὰ τὰ μικρὰ παιδιὰ εἶνε τὸ βάπτισμα, ἡ κολυμβήθρα, γιὰ ἐμᾶς τοὺς μεγαλυτέρους εἶνε ἡ δευτέρα κολυμβήθρα. Κ᾿ ἐγὼ ποὺ σᾶς ὁμιλῶ, ἐξομολογοῦμαι· πάω στὸ Ἅγιο Ὄρος, βρίσκω τὸν πνευματικό μου, ἀνοίγω τὴν καρδιά μου καὶ λέγω τὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς μου. Είμεθα πάντες ἁμαρτωλοί. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος «ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει» (νεκρ. ἀκολ.). Ὅπως λοιπὸν εἶνε κακὸ νὰ ὑπάρχῃ ἀβάπτιστο παιδί, ἔτσι εἶνε κακὸ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἄνθρωπος ἀνεξομολόγητος.
Σύνθημά μας· Σπεύσωμεν ὅλοι εἰς τὰ πλυντήρια! Σὰν ροῦχα βρωμερὰ καὶ ἀκάθαρτα, νὰ πέσωμε μέσα εἰς τὰ ῥεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου. «Πλυνεῖς με, (Κύριε,) καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι» (Ψαλμ. 50,9). Εἶμαι βρωμερὸς καὶ μαῦρος σὰν τὰ φτερὰ τοῦ κόρακα. Χριστέ, ποὺ ἔχυσες τὸ τίμιόν σου αἷμα καὶ ἔδωσες τὸ μέγα τοῦτο μυστήριον καὶ μὲ πλένεις καὶ μὲ καθαρίζεις, σ᾿ εὐγνωμονῶ.
Εὔχομαι, ἀγαπητοί μου, ὅλοι νὰ σπεύσωμεν στὸ ἱερὸ τοῦτο πλυντήριο, νὰ ἐξομολογηθοῦμε. Καὶ ὅταν φθάσῃ ἡ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως καὶ σμήνη ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων ὑμνοῦν τὸν ἔνδοξον Ἐσταυρωμένον καὶ Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, νὰ ποῦμε καὶ ἡμεῖς· «Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ, ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς· καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ σὲ δοξάζειν». Ἀμήν.
 † ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Γ΄ μέρος ἑσπερινῆς ὁμιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος, βράδυ τῆς Ε΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν 30-3-1969)

Κλικ στις ιστοσελίδες μας: Αρμενιστής, Εμείς και η Κοινωνία μας, Γιάννης Αργυρός Σαντορίνη