Σελίδες

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Μεγάλου Ἀθανασίου +18 Ἰανουαρίου

Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ(ἀγῶνες καὶ περιπέτειες γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας)
ΝΑ τοῦ πλέξουμε ἐγκώμια; Εἴμεθα πολὺ μικροί. Ἐκεῖνος εἶνε γίγαντας καὶ τὸ ὕψος του προκαλεῖ δέος. Ὅποιος διαβάζει τὸ βίο του αἰσθάνεται ρῖγος και ἴλιγγο μπροστὰ στὴ φυσιογνωμία του. Ἐν τούτοις θὰ ψελλίσουμε κ᾿ ἐμεῖς λίγες λέξεις πρὸς τιμήν του.
ΓΙΑΤΙ ΟΝΟΜΑΣΘΗ ΜΕΓΑΣ;
Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὠνομάσθη μέγας ὄχι για τοὺς ἴδιους λόγους ποὺ ὀνομάζονται τὰ κοσμικὰ πρόσωπα. Ὁ τίτλος αὐτὸς ἀπεδόθη καὶ σ᾿ ἄλλα πρόσωπα στὴν παγκόσμιον ἱστορίαν. Ὅπως ἐπὶ παραδείγματι μέγας ὠνομάσθη ὁ Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς τῆς Μακεδονίας, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ ᾿δῶ ἀπὸ τὴ Μακεδονία, πέρασε τὸν Ἑλλήσποντο, ἔφτασε μέχρι τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ τὸν Γάγγη ποταμό, καὶ συνέτριψε στὸ πέρασμά του λαοὺς καὶ ἔθνη καὶ ἵδρυσε τὴν αὐτοκρατορία του. Μεγάλοι ἐπίσης ὠνομάζονται καὶ ἄλλοι; ὁ Μέγας Ναπολέων, ὁ Μέγας…, στρατηγοὶ ἔνδοξοι καὶ
αὐτοκράτορες. Αὐτοὶ ὅλοι εἶχαν στὴν διάθεσίν τους λεγεῶνας καὶ φάλαγγας, εἶχαν στρατούς, καὶ διὰ τῆς βίας ὑπέταξαν τὰ ἔθνη.  
Τοὺς ὠνόμασε μεγάλους ἡ ἱστορία. Ἀλλ᾿ ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ στέμματα καὶ τὶς κορῶνες ποὺ φορᾶνε, ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ σπαθιὰ καὶ τὰ στρατεύματα ποὺ εἶχαν, τί μένει ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους; Θὰ μείνουν σὰν κοκόρια ποὺ τὰ μάδησες.  Ἔξω ἀπὸ τ᾿ ἀξιώματα, ἔξω ἀπὸ τὰ σπαθιά, ἔξω ἀπὸ τὴν βία, δὲν μένει τίποτε ἄλλο… Ἂν διαβάσῃς τὸν βίο τους, θὰ δῇς, ὅτι ἔχουν σκιὰς καὶ ἐλαττώματα καὶ πάθη φοβερά. Εἶνε μεγάλοι λόγῳ δυνάμεως καὶ ἰσχύος, ἀλλ᾿ ὄχι λόγῳ ἀρετῆς καὶ ἀξίας πνευματικῆς.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιατί ὠνομάσθη μέγας; Ὠνομάσθη μέγας ὄχι στὴν γλῶσσα τὴν κοσμική, ἀλλὰ στὴν γλῶσσα τὴν θρησκευτικὴ καὶ ἠθικήν.
Ἔχει καὶ ἡ Ἐκκλησία τοὺς μεγάλους της, ὅπως εἶνε ἐπὶ παραδείγματι ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Μέγας Γρηγόριος ὁ θαυματουργός. Οἱ ἅγιοι αὐτοὶ διακρίθηκαν, ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν γιὰ τὴν μεγάλη του φιλανθρωπικὴ δρᾶσι, ὁ ἄλλος διὰ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνας του ἐναντίον τοῦ δαίμονος εἰς τὴν ἔρημον, καὶ ὁ τρίτος γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκτισε γηροκομειὰ καὶ φιλανθρωπικὰ ἰδρύματα. Δὲν τοῦ ἔμεινε καιρός. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔμεινε στὴν ἔρημο, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ ἔζησε μέσα στὴν κοινωνία· μέσα στὸν κόσμο ἔζησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Συνεπῶς δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἔχει ἀγῶνας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἐναντίον τοῦ δαίμονος ποὺ ἦταν στὴν ἔρημο. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκανε θαύματα. Δὲν βλέπουμε οὔτε ἕνα θαῦμα στὸν βίον του.
Ἑπομένως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκτισε γηροκομειά, δὲν ἔκτισε φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, δὲν πάλεψε στὰς ἐρήμους μὲ τὸν δαίμονα, δὲν ἔκανε θαύματα· ἦταν ὅμως ἅγιος μεγάλης ὁλκῆς. Ἔκανε ἕνα θαῦμα, τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία.
Ὅλα τὰ θαύματα ποὺ κάνουν οἱ ἅγιοι, τὰ κάνουν ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ Σωτῆρος καὶ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ ὁ Μέγας Ἁθανάσιος ἐπολέμησε γιὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστι. Καὶ συνεπῶς, τὸ θαῦμα ποὺ βλέπουμε στὸν βίο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὅταν ἕνας καὶ μόνος ἠγωνίσθη γιὰ νὰ κρατήσῃ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, εἶνε τὸ ἀνώτερο ὅλων τῶν θαυμάτων, καὶ ἀξίζει γι᾿ αὐτὸ νὰ ὀνομασθῇ μέγας ἐν ἐννοίᾳ θρησκευτικῇ καὶ πνευματικῇ.

ΣΚΛΗΡΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ

«Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»

Στὴν ἐποχή του ἐκινδύνευσε ἡ πίστις ἡ ὀρθόδοξος. Παρουσιάσθηκε, ὅπως ξέρετε ὅλοι, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μία αἵρεσις, ἡ αἴρεσις τοῦ Αρείου.
Τί θὰ πῆ αἵρεσις; Θὰ πῇ· μία διδασκαλία ποὺ εἶνε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ δὲν τὴν παραδέχεται ἡ Ἐκκλησία μας. Τί ἔλεγε ἡ αἵρεσις αὐτή; Ἔλεγε τὸ ἑξῆς (Προσέξετε ἀπόψε, θὰ σᾶς ὁμιλήσω λίγο δογματικά. Θὰ σᾶς κουράσω λίγο, ἀλλὰ προσέξετε· εἶνε καὶ αὐτὰ ἐνδιαφέροντα θέματα. Δὲν εἶνε μόνο τὰ κοινωνικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα σᾶς συγκινοῦν, ἀλλὰ εἶνε καὶ τὰ θρησκευτικὰ θέματα ἄξια λόγου, καὶ πρέπει νὰ τὰ προσέχουμε). Λέει λοιπὸν ἡ αἵρεσις μία πρότασι γιὰ τὸ Χριστό· ὅτι «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν»· ὑπῆρχε, λέει, κάποτε ἐποχὴ ποὺ δὲν ἤτανε. Ποιό εἶνε ἀληθές. Αὐτὸ τὸ «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», ὅτι ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε, εἶνε ἀληθὲς καὶ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε διὰ ὅλους, διὰ ὅλες καὶ διὰ ὅλα. Σεῖς ἐδῶ πέρα, ποὺ εἶστε ὄρθιοι ἐδῶ μέσα ποὺ εὑρίσκεσθε, «ἦν ποτε» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχατε. Πρὸ ἑκατὸ ἐτῶν ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ὑπῆρχε; Κανένας. Θὰ ζήσουμε σὲ μία μικρὰν χρονικὴν περίοδο. Ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἥλιος. Γεγονὸς αὐτό. Ξαφνικὰ παρουσιάζεται τὸ φοβερὸ θέαμα. Λοιπὸν «ἦν» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φεγγάρι, «ἦν» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἄστρα, ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ σύμπαν, τὰ ἑκατομμύρια, τὰ δισεκατομμύρια τῶν ἀστέρων, δὲν ὑπῆρχαν. Εἶνε καὶ ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένο· δὲν ὑπῆρχε τίποτε, παρὰ μία νύχτα, μία σκιὰ, ἕνα χάος. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε Γῆ, τίποτα δὲν ὑπῆρχε. Ἤτανε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε θάλασσα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν δένδρα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχανε πτηνά, πουλιά. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχανε ζῷα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε αἰώνιος. Ὁ ἄνθρωπος κάποτε παρουσιάστηκε.
Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἄγγελοι, ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἀρχάγγελοι, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε ποτέ ποτέ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἄναρχος, αἰώνιος, ὑπεραιώνιος. Θάλασσα, πέλαγος, ὠκεανός!
Ἐμεῖς τί εἴμεθα; Σὰν νὰ πάρῃ ἕνα πουλάκι ἐπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα μία σταγόνα. Ἐμεῖς εἴμεθα μία σταγόνα, εἴμεθα τὸ «νῦν», αὐτὸ ποὺ λένε οἱ παπᾶδες «Καὶ νῦν καὶ ἀεί…».
Βρέ, ποῦ κατάντησε ἡ ἐκκλησία! Αὐτὸ τὸ «νῦν καὶ ἀεὶ» ἂν καταλάβετε, θὰ σᾶς πιάσῃ ῥῖγος. Εἶνε μία σταγόνα ἀπὸ τὸν ὠκεανό. Ἔτσι εἴμεθα, μία σταγόνα ἀπὸ τὴ θάλασσα. Εἴμεθα τὸ «νῦν». Τώρα τὸ «ἀεί»;  Κάποιος ποιητής, γιὰ νὰ δώσῃ αὐτὴ τὴν ἰδέα τοῦ αἰωνίου Θεοῦ, τοῦ αἰωνίου Χριστοῦ, εἶπε τὸ ἑξῆς. Φανταστῆτε μία θάλασσα ἀπέραντο, καὶ ἕνα πουλάκι νὰ ἔρχεται, ὄχι κάθε χρόνο ἀλλὰ κάθε χίλια χρόνια, καὶ νὰ παίρνῃ μία σταγόνα·  νὰ πετάῃ ἐπάνω στὰ πελάγη καὶ νὰ παίρνῃ μία σταγόνα μὲ τὸ ῥάμφος του. Ἔ λοιπόν, θὰ ᾿ρθῇ ἐποχὴ ποὺ τὸ πουλὶ αὐτό, σὲ ἐκατομμύρια – δισεκατομμύρια χρόνια ὑπελόγισαν, θὰ πάρῃ τὴν τελευταία σταγόνα. Ἐνῷ ὁ Θεὸς εἶνε ἀτελεύτητος. Ἄρα ποτέ δὲν ὑπάρχει ἐποχὴ ποὺ θὰ σταματήσῃ… Αἰώνιος, αἰώνιος! Τὸ «νῦν» θὰ σταματήσῃ· τὸ ἄλλο, τὸ «ἀεί» («Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»), δὲν θὰ σταματήσῃ. Μέσα εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων, ὑπάρχει ὁ Χριστός.
Λοιπὸν ποτέ ποτέ δὲν ὑπῆρξε χρόνος ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἐνῷ ὁ Ἄρειος τί ἔλεγε; Αὐτὴ ἦταν ἡ βλάσφημος θεωρία του· ὅτι ἦταν ἑποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Αὐτὴ ἦταν βλάσφημος ἰδέα ἐναντίον τῆς θεότητος τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς αἰωνιότητος τοῦ Θεοῦ. Διότι γιὰ ὅλους ἐμᾶς ἐπάνω στὸν τάφο μας θὰ γράψουν· Ἔζησε, ἔζησε, ἔζησε. Γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν μποροῦν νὰ γράψουν αὐτό. Διότι ὁ Χριστὸς ζῇ, ζῇ. Στὶς κατακόμβες, ποὺ εἶνε κάτω ἀπὸ τὴ Ῥώμη, ποὺ εἶνε μεγάλοι λαβύρινθοι μὲ τοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, ἐπάνω στὰ μνήματα τῶν ἡρώων τῆς πίστεως οἱ μάρτυρες, μὲ τὸ δάκτυλό τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τους, γράψανε, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ, ζῇ, ζῇ. Δὲν πέθανε, ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Θὰ πεθάνουν οἱ βασιλιᾶδες, οἱ αὐτοκράτορες, θὰ πεθάνουν οἱ πάντες, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὡς ἄνθρωπος ἐσταυρώθη στὸ Γολγοθᾶ καὶ ἐθανατώθη, ἀλλ᾿ ὡς Θεάνθρωπος ἀνεστήθη, ἐφανερώθη καὶ ζῇ εἰς αἰῶνας αἰώνων. Εἶνε τὸ «Νῦν καὶ ἀεὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

Νίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, λόγῳ τῆς πίστεώς του καὶ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς

Αὐτὴ λοιπὸν τὴν αἰωνιότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος. Ἦτο βλασφημία κατὰ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐναντίον τοῦ Ἀρείου ἠγωνίσθη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μαζὶ μὲ ἄλλους ἐκλεκτοὺς ἱεράρχας, πατέρας καὶ ὁσίους, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, καὶ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων του ἀπὸ τὴ Γραφὴ τὸν κατετρόπωσε. Διότι τὴ Γραφὴ τὴν ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω. Εἶχε διαβάσει πολλὰ βιβλία ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀλλὰ ἕνα βιβλίο τὸ διάβασε καὶ τὸ ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω, τὸ εἶχε ἀποστηθίσει· τὴν ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη. Ἦταν δυνατὸν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ ὁπλοστάσιο τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ ἁρπάζει ὅπλα καὶ νὰ πολεμῇ καὶ νὰ συντρίβῃ τὰς αἱρέσεις.
Σήμερα; Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Βάζω στοίχημα· ἂν παρουσιαστῇ ἕνας χιλιαστὴς καὶ μαζέψῃ 8.000 παπᾶδες, θὰ τοὺς βάλῃ κάτω. Καὶ τοὺς δεσποτάδες ἀκόμα θὰ νικήσῃ. Διότι δὲν διαβάζουν. Οἱ χιλιασταὶ διαβάζουν μέρα – νύχτα· διαβάζουν τὸν Ἰερεμία, τὸν Ἠσαΐα…. Οἱ δὲ Χριστιανοί, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, δὲν διαβάζουμε, ὅπως ἐδιάβαζε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
Ἐὰν λοιπὸν ἐνίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἐνίκησε καὶ λόγῳ τῆς πίστεώς του, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὴν ὁποία κατεῖχε ὅσον οὐδεὶς ἄλλος πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Ἀρείου εἰς τὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἀλλὰ ἠγωνίσθη ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον κάποιων ἄλλων, μιᾶς ἄλλης παρατάξεως. Ποιᾶς παρατάξεως;

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀρείου ἡ Ἐκκλησία ἐδιχάσθη. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ διαίρεσι, ἀπὸ σχίσμα. Ὁλος ὁ λαὸς τῆς Ἀλεξανδρείας ἦταν ἑνωμένος. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ὁ λαὸς αὐτὸς ἐχωρίσθη εἰς τρεῖς παρατάξεις. Ἡ μία παράταξις ἦταν οἱ ὀρθόδοξοι, μαζὶ μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Αὐτοὶ ἦταν λίγοι. Ἡ ἄλλη παράταξις, μὲ βασιλιᾶδες καὶ αὐτοκράτορες, ἦταν οἱ ἀρειανοί. Κόμμα μεῖζον. Αὐτὴ ἡ παράταξις ἔφερε διαίρεσι μέσα στὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἡ ἄλλη παράταξις, τὸ τρίτο κόμμα, ἦταν οἱ ἡμιαρειανοί. Τί λέγανε αὐτοί; Αὐτοὶ ἤτανε οἱ συμβιβαστικοί. Λέγανε γιὰ τὸν Ἀθανάσιο· Ἀδιάλλακτος εἶνε, πώ πώ πώ, τῶν ἄκρων, τῶν ἄκρων! δὲν ὑποφέρεται· αὐτὸς διαίρεσε τὴν Ἐκκλησία… Καὶ αὐτοὶ τί ἔλεγαν. Νά ἐμεῖς οἱ ἡμιαρειανοὶ λέμε τρόπον τινὰ τὸ μέσον. Ἡ μὲν παράταξις τῶν ὀρθοδόξων ἦταν τὸ ἕνα ἄκρο, τὸ ἄλλο ἄκρο ἦταν οἱ ἀρειανοί, καὶ αὐτοὶ ἦταν στὸ μέσον· ἦταν μὲ τὸν Δάντη. Ἐμεῖς, ἔλεγαν, θὰ τοὺς συμβιβάσουμε· ἀδέλφια εἶνε καὶ οἱ μέν, ἀδέλφια εἶνε καὶ οἱ δέ. Τρόπον τινὰ τὸ Κέντρο, γιὰ νὰ ὁμιλήσουμε στὴν σύγχρονη γλῶσσα. Θὰ τὰ συμβιβάσουμε· θὰ πάρουμε αὐτούς, θὰ πάρουμε ἐκείνους, θὰ συμβιβασθοῦμε. Νὰ τοὺς φέρουμε σὲ ἕνα συμβιβασμὸ μὲ εἰρήνη καὶ ὁμόνοια. Καὶ ἔλεγαν στὸν Ἀθανάσιο·
―Σὲ παρακαλοῦμε· ἀναγνωρίζουμε τὴ σοφία, τὴν ἀρετή, τὰ πάντα· ἀλλὰ πῆρες τὰ ἄκρα.… Νά, σὲ παρακαλοῦμε πολὺ νὰ ὑποχωρήσῃς κ᾿ ἐσύ, νὰ ὑποχωρήσουν κι αὐτοί.
―Καὶ τί ζητᾶτε; ἐρώτησε τὸ κόμμα αὐτό, τῶν ἡμιαρειανῶν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
―Ἄ, ἐμεῖς δὲν ζητοῦμε πολλὰ πράγματα…
Σὰν τὴν ἀλεποῦ, ποὺ θέλει νὰ μπῇ μιὰ φορὰ στὸ κοττέτσι. Καὶ αὐτοὶ δὲν ζητοῦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κάνουμε μία μικρὰ ὑποχώρησι οἱ ὀρθόδοξοι. Τί ὑποχώρησι;
―Τίποτε δὲν ζητοῦμε, ἔλεγαν, τίποτε. Νά, στὸ «Πιστεύω» νὰ προστεθῇ ἕνα γράμμα, μόνο ἕνα μικρὸ γράμμα. Ποῖο γράμμα; Ἐκεῖ ποὺ λέει στὸ «Πιστεύω» γιὰ τὸ Χριστὸ «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», νὰ προσθέσουμε τὸ «ι» καὶ ἀντὶ «ὁμοούσιον» νὰ γίνῃ «ὁμοιούσιον».
―Ὄχι, ὄχι, ἀπήντησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Διότι ὅποιος ἀφαιρέσῃ ἢ προσθέσῃ ἕνα γράμμα, θὰ εἶνε ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
 Ὅπως ὁ Παρθενώνας εἶνε ἕνα τέλειο πρᾶγμα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ χαράξῃς τίποτα ἐπάνω, ἔτσι καὶ τὸ «Πιστεύω» εἶνε παρθενών τοῦ πνεύματος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται σ᾿ αὐτὸ καμμιά παραχάραξις.
Λοιπὸν αὐτοὶ τί ζητοῦσαν; «ὁμοιούσιον», νὰ βάλουν το «ι» στὸ «ὁμοούσιον». Τὸ «ὁμοούσιον» εἶνε Θεός, τὸ «ὁμοιούσιον» εἶνε ἄνθρωπος· διότι ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ (Γέν.). Μὲ τὸ «ὁμοιούσιον» ὁ Χριστὸς εἶνε ἄνθρωπος πλέον. Καὶ γι᾿ αὐτό, γιὰ μιὰ λέξι, γιὰ ἕνα γράμμα, ἐταράχθη ὁλόκληρο τὸ σύμπαν. Δὲν ὑποχώρησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴ συμβιβαστικὴ αὐτὴ προσπάθεια, τὴν ὁποία ἔκανε τὸ κόμμα τῶν ἡμιαρειανῶν στὴν Ἐκκλησία. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν προσωπικῶς, ἐναντίον τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἀρείου, ἠγωνίσθη ἐναντίον ἡμιαρειανῶν, ἐναντίον βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων, ἠγωνίσθη ἐναντίον κόσμου ὁλοκλήρου.

ΛΥΣΣΑΛΕΩΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ 

Γι᾿ αὐτὸ ὅμως καὶ τὸν πολέμησαν λυσσωδῶς. Διότι ὅπως τὰ ἀλητόπαιδα δὲν πετᾶνε πέτρες ἐπάνω στὰ ἄκαρπα δένδρα, ἀλλὰ ἐπάνω στὰ καρποφόρα, ἔτσι καὶ ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ῥίξανε ὅλες τὶς πέτρες μὲ λύσσα οἱ ἐχθροί του.
Καὶ τί δὲν τὸν κατηγόρησαν. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι εἶνε ἄδικος στοὺς παπᾶδες· ὅτι μέσα στὴν αὐλή του ἄλλους ἔχει εὐνοημένους καὶ ἄλλους δὲν τοὺς ἔχει εὐνοημένους· ὅτι ἄλλον τὸν ἔχει κοντά του καὶ ἄλλον τὸν ἔχει μακριά του. Ὅτι εἶνε ἄδικος, ὅτι εἶνε σκληρός, ὅτι χτυπᾷ τοὺς παπᾶδες – ποιός; ὁ Μέγας Ἀθανάσιος! Ὅτι πίνει(;). Ὅτι κάποιον παπᾶ τὸν ἔδειρε, καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ χέρι του, καὶ τὸ πῆρε τὸ χέρι καὶ κάνει μάγια – φρικτὰ πράγματα. Ὅτι ἄλλον παπᾶ τὸν σκότωσε, τὸν ἔρριξε μέσα στὴν λάρη(;). Ὅτι ἀτίμασε μία κοπέλλα, ποὺ πῆγε νὰ ἐξομολογηθῇ. Ὅτι ἔκλεψε χρήματα ἀπὸ ᾿δῶ κι ἀπὸ ᾿κεῖ. Ὅτι εἶχε ἕνα πιθάρι χρήματα καὶ τὰ ἔδωσε γιὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ καθεστώς, τὸ καθεστὼς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅτι ἐμπόδισε τὰ καράβια νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ νὰ φθάσουν στὴν Κωνσταντινούπολι γιὰ νὰ μεταφέρουν τρόφιμα, νὰ μεταφέρουν σιτάρι. Ὅτι… Ὅτι… Ὅτι… ὁλόκληρη ἱστορία.
Τὸν πολέμησαν. Δικάστηκε, καταδικάστηκε. Δικαιώθηκε ὅμως ἀπὸ τὴ Σύνοδο. Μεγάλα γεγονότα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντιμετώπισε καὶ ἐνίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.
Μόνο δύο περιστατικὰ θὰ σᾶς πῶ, γιὰ νὰ δῆτε πῶς ἐνίκησε μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ.
Τὸν κατηγόρησαν ὅτι ἔκοψε τὸ χέρι ἑνὸς παπᾶ. Τὸν παπᾶ τὸν εἶχαν κρύψει. Λέει στὰ παιδιά του ὁ Μέγας Ἀθανάσιος· Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τρέξτε νὰ τὸν βρῆτε, ζῇ. Ψάξανε ψάξανε, τὸν βρήκανε καὶ τὸν φέρανε στὸ δικαστήριο, στὴν Σύνοδο.
―Ἔκοψες, λέει, τὸ χέρι τοῦ παπᾶ, καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ κάνεις μάγια.
Πόσα χέρια, τοὺς λέει, ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος;
―Δύο.
―Ὑπάρχει ἄνθρωπος μὲ τρία χέρια;
―Ὄχι.
Τότε λέει· Φέρτε ἐδῶ τον παπά.
Ὅταν παρουσιάστηκε, τοὺς ἐρωτᾷ πάλι·
―Εἶνε αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μὲ κατηγορεῖτε;
―Αὐτός εἶνε.
―Δεῖξε τὰ χέρια σου, τοῦ λέει (εἶχε δύο χέρια). Ἐὰν εἶχε καὶ τρίτο χέρι, λέει στοὺς κριτάς, τότε τοῦ ἔκοψα τὸ χέρι καὶ εἶμαι ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος.
Ἀπεδείχθη ἡ συκοφαντία!
Ἄλλη συκοφαντία ἦταν, ὅτι ἀτίμασε κοπέλλα. Ποῖος; Ὁ ἅγιος ἄνθρωπος, ὁ ἁγνὸς ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἐγνώρισε γυναῖκα, καὶ ἔζη ὡς ἄγγελος καὶ ἀρχάγγελος μέσα εἰς τὸν κόσμο. Καὶ βρῆκαν μιὰ γυναῖκα, ἕνα πορνικὸν γύναιον, τὴν πλήρωσαν, τῆς ἔδωσαν χρήματα καὶ τῆς εἶπαν· Ἐσὺ θὰ τὸν κατηγορήσῃς τὸν Ἀθανάσιο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἦταν κοντός, καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ ἐχθροί του τὸν λέγανε ἀνθρωπάκι. Ἦταν μικρὸς στὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ ὑψηλὸς στὸ φρόνημα μέχρι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸν δικάσουν, πῆρε κοντὰ τὸ διᾶκο του. Ὁ διᾶκος ἦταν πελώριος, ἦταν ψηλός, εἶχε ἀνάστημα· ἦταν διάκος καὶ φαινόταν σὰν δεσπότης, ἐνῷ ὁ δεσπότης φαινόταν σὰν διακάκι. Λοιπὸν τοῦ λέει· Στὸ δικαστήριο, νὰ παρουσιαστῇς ἐσὺ καὶ νὰ ἀπολογηθῇς γιὰ μένα.
Ἄρχισε λοιπὸν νὰ κλαίῃ τὸ γύναιον, ὅτι Μιὰ νύχτα μὲ ἀτίμησε ὁ Ἀθανάσιος, καὶ λοιπά. Ἔλεγε ἡμερομηνίες, ἔλεγε χρονολογίες. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ συκοφαντίας γυναικός. Φοβερὸ πρᾶγμα. Ἡ γυναίκα μπορεῖ νὰ πλάσῃ μὲ τὸ μυαλό της τὰ μεγαλύτερα ψέματα, ἀφάνταστα τερατουργήματα. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα γυναικῶν. Φώναζε λοιπὸν αὐτή, καὶ ὅλοι πιστεύανε, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος ἔκανε τὴν ἁμαρτία αὐτή.
Ξαφνικὰ παρουσιάζεται ὁ διᾶκος.
―Πρόσεξε, τῆς λέει, κοίταξέ με καλά· ἐγὼ σὲ ἀτίμασα; Ἐγώ;
―Ἐσύ μὲ ἀτίμασες.
―Ἐγώ, λέει, δὲν εἶμαι ὁ Ἀθανάσιος· ἐγὼ εἶμαι ὁ διᾶκος.
Πάλι ἀπεδείχθη ἡ συκοφαντία. Αὐτὴ οὔτε τὸν ἤξερε τὸν Ἀθανάσιο, οὔτε τὸν εἶχε δεῖ ποτὲ ποιός εἶνε.
Ἔτσι κατέρριψε τόσο τὴν κατηγορία ὅτι ἀπέκοψε τὸ χέρι τοῦ κληρικοῦ γιὰ νὰ κάνῃ μάγια, ὅσο καὶ τὴν κατηγορία ὅτι ἀτίμασε γυναῖκα.

ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟΣ & ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἔμεινε μέχρι τέλους ἀδιάλλακτος. Τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ἦταν, ὅτι ὑπῆρξε ἀδιάλλακτος. Δὲν ὑποχωροῦσε ποτέ. Θὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα τοῦ ἀδιαλλάκτου πνεύματος ποὺ εἶχε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
Μία μέρα στὴν ἀρχιεπισκοπή του χτύπησε τὴν πόρτα ἕνας στρατηγός.
―Ἔχεις γράμμα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἐπιμένει νὰ ἐκτελέσῃς ἀμέσως τὴ διαταγή. Ἔγραφε λοιπὸν ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ κάτω, ὅτι· Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θ᾿ ἀνοίξῃς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ θὰ βάλῃς μέσα τὸν Ἄρειο.
Τοῦ λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος·
―Ὕπαγε, στρατηγέ, καὶ ἀναπαύου…· θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον μου.
Περάσανε τρεῖς μέρες, δὲν ἤνοιξε τὶς πόρτες· τὶς ἔκλεισε, ἄφησε τὸν Ἄρειο ἀπ᾿ ἔξω, δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μπῇ.
Ἀπὸ ἐκεῖ ἄρχισε ἡ μεγάλη περιπέτεια καὶ ἡ ἐξορία του. Δὲν ἐπέτρεπε νὰ μποῦν στὴν ἐκκλησία αἱρετικοί, καὶ ἠγωνίσθη γι᾿ αὐτό.
Καὶ ὄχι μόνο ἦτο ἀδιάλλακτος, ἀλλὰ καὶ θαρραλέος καὶ ἀτάραχος.
Τὸν περικύκλωσαν στὴ μητρόπολί του τάγματα ὅλη νύχτα. Ἀλλὰ αὐτὸς ἀτάραχος, εἰρηνικός. Τὸ πρωῒ – πρωΐ, ὅταν ἔφευγε στὴν ἐξορία, ἦταν ὁ οὐρανὸς σκοτεινιασμένος. Σύννεφα εἶχε στὸν οὐρανό. Κλαίγανε τὰ πνευματικά του τέκνα, ὅλη ἡ Ἀλεξάνδρεια ποὺ τοῦ ἦταν ἀφωσιωμένη. Καὶ τότε σὲ μιὰ στιγμὴ κοιτάζει τὰ σύννεφα καὶ λέει·
―Βλέπετε τὰ σύννεφα; ἔτσι καὶ τὰ γεγονότα αὐτά· «νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται»· συννεφάκι εἶνε αὐτὸ ποὺ συμβαίνει. Ὁ ἥλιος θὰ νικήσῃ τὰ σύννεφα, ὅσο σκοτεινὴ κι ἂν εἶνε ἡ μέρα, ὅσο μαύρη κι ἂν εἶνε ἡ μέρα. Τὰ σύννεφα θὰ φύγουν, θὰ ᾿ρθῇ ἡ ἄνοιξι, θὰ ᾿ρθῇ ὁ λαμπρὸς ὁ ἥλιος. Δὲν νικᾶνε τὰ σύννεφα τὸν ἥλιο, ἀλλὰ ὁ ἥλιος νικάει τὰ σύννεφα. «Νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται».
Καὶ ἦρθαν στιγμὲς ποὺ ἔμεινε μόνος. Πέντε φορὲς ἐξωρίστηκε. Μέσα σὲ σπηλιές, σὲ χαράδρες καὶ τάφους ἔζησε (σὲ ἕνα τάφο κρυβόταν), γιὰ νὰ μὴ συλληφθῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του. Καὶ ἔμεινε μόνος, καὶ μόνος του σήκωσε πάνω στοὺς ὤμους του τὴν Ὀρθοδοξία. Λέγουν στὴ μυθολογία, ὅτι τὴ Γῆ τὴν σήκωνε στοὺς ὤμους του ἕνας ἥρωας λεγόμενος Ἄτλας. Ἀλλ᾿ αὐτὸ εἶνε μῦθος. Ἐδῶ εἶνε πραγματικότητα· ὅτι ὁ Ἀθανάσιος κράτησε μόνος ἐπάνω στοὺς ὤμους του τὴν ὀρθοδοξία ὁλόκληρη. Ἦταν ἀδιάλλακτος, ἦταν θαρραλέος, ἦταν ἐπίμονος, ἦταν πιστὸς καὶ ἀφωσιωμένος εἰς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Ἐὰν ἐρωτήσετε, Μετὰ τὸ Χριστὸ ποιός ἔρχεται; ἡ ἀπάντησις εἶνε· Ὑπάρχουν ἄστρα, ἑκατομμύρια ἄστρα, ἀλλὰ μετὰ τὸν ἥλιο δευτέρα σὲ λάμψι ἔρχεται ἡ σελήνη, καὶ ἔπειτα ἀκολουθοῦν τὰ ἄλλα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ἐὰν ἐρωτήσετε, Μετὰ τὸν ἥλιο – Χριστὸ ποιός ἔρχεται; ἔρχεται ἡ Παναγία ὡς γυναίκα. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἐρωτήσετε, Ποιός ἔρχεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἄνδρες; ἔρχεται ὁ Παῦλος ὁ ἀπόστολος. Καὶ ἐὰν ῥωτήσετε, Ποιός ἔρχεται μετὰ τὸν Παῦλο; ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Εἶνε ὁ πατὴρ πατέρων. Βέβαια. Ἠγωνίσθη γιὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστι.
Τώρα ἐμεῖς τί ἔχουμε νὰ κερδίσουμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ λίγα ἄνθη, τὰ ὁποῖα σκορπίσαμε ἀπὸ τὸν βίο τοῦ ἁγίου; Μεγάλοι Ἀθανάσιοι νὰ γίνουμε, δὲν μποροῦμε. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀνήκει στὰ ἐξαιρετικὰ ἐκεῖνα πνεύματα, τὰ ὁποῖα ἐγείρει ὁ Θεὸς εἰς τὰς δυσκόλους περιόδους τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὰ ὀρθόδοξα δόγματα. Ἐμεῖς ὅλοι, ἑβδομήντα δεσποτάδες δὲν εἴμεθα; Νὰ πιάσῃς τοὺς ἑβδομήντα δεσποτάδες ποὺ εἴμεθα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, νὰ πιάσῃς τοὺς δεσποτάδες ποὺ ἔχει ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Ῥουμανία καὶ ἡ Ῥωσία κ.λπ. καὶ τὰ πατριαρχεῖα τὰ ἔνδοξα, τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν κάνουμε.

ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ Ο ΚΟΛΑΚΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Πόσο λυπημένος εἶμαι αὐτὲς τὶς μέρες! Ἂς μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ κάτι. Ἐμεῖς δὲν είμεθα ὑπουργοί, ὑπουργοὶ τῶν ἐξωτερικῶν· είμεθα Ἕλληνες ἱεράρχαι, είμεθα καὶ Χριστιανοί. 
Πόσο στενοχωρήθηκα. Πέταξα ἀπὸ τὰ χέρια τὴν ἐφημερίδα. Ὁ πατριάρχης νὰ κρατάῃ θυμιατὸ καὶ νὰ θυμιάζῃ τὸν Ἰνονοῦ; Βρέ, τὸν Ἰνονοῦ, ποὺ ἦταν ὁ μεγαλύτερος μισέλλην, ὁ ὁποῖος σὰν νέος Ἡρῴδης διέταξε καὶ ἐσφάγησαν χιλιάδες Πόντιοι, Μικρασιάτες;  
Νὰ τὰ λὲς ἐσύ, τὸ Πατριαρχεῖο; ψευτιές, ὅτι ὑπῆρξε μεγάλος ἄνθρωπος στὴν ἱστορία, καὶ αἰωνία του ἡ μνήμη κ.λπ. κ.λπ.; Λυπᾶμαι, λυπᾶμαι. Ῥὲ πατριαρχεῖο, ποῦ πᾷς; Τοὐλάχιστον κλεῖσε τὸ στοματάκι σου· ἢ πὲς ἄλλα λόγια, ἀλλὰ μὴν ἐγκωμιάσῃς. Γιατὶ φωνάζουν οἱ παράγκες (τῶν προσφύγων) τοῦ Πόντου, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας… Νὰ λὲς ψευτιές, γιὰ νὰ μείνῃς ἐκεῖ πέρα στὸ θρόνο; Ἀπαράδεκτο! Εἶμαι Ἕλληνας ἱεράρχης καὶ εἶμαι Χριστιανός· τὰ ἔθνη δὲν πλάθονται μὲ τοιαῦτες κολακεῖες καὶ μὲ τοιαῦτα ψεύδη. Ἂς τὸν τιμήσουνε οἱ Τοῦρκοι ὡς ἄνδρα ἰσχυρὸ καὶ μεγάλο. Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τιμήσουμε ἕναν ὁ ὁποῖος κατέσφαξε χιλιάδες Ἕλληνες. Ποτάμι ὁλόκληρο τὸ αἷμα, ἀγανακτεῖ ἡ ψυχή. Καὶ εἶνε μία δικαία διαμαρτυρία ἐκ μέρους ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ὁποίου τμῆμα κατέσφαξε ὁ νέος αὐτὸς Ἡρώδης, νά ᾿ρχεσαι ἐσὺ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ τοῦ ψάλλῃς τὸ ἐγκώμιο. Ξέρετε πῶς μοιάζει; Νὰ κλαῖνε ἐδῶ ἕναν σκοτωμένο, καὶ μετὰ νὰ βγῶ ἐγὼ καὶ νὰ πῶ· Αὐτὸς ποὺ τὸν σκότωσε εἶνε ἕνας μεγάλος ἄνδρας, ποὺ θὰ μείνῃ στὴν ἱστορία… Τί θὰ λέγατε ἐσεῖς; Ἀλλὰ ἐδῶ δὲν εἶνε ἕνας μόνο σκοτωμένος· εἶνε χιλιάδες, ἑκατομμύρια σκοτωμένοι, καὶ τὰ χέρια τῶν φονέων τους στάζουν.
―Εἶσαι ἐναντίον τῆς Τουρκίας;
Ὄχι, ὄχι. Τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν ἔχω ὡς ἱεράρχης, τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν ἔχω ὡς ἐπίσκοπος. Κ᾿ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐσεῖς, τὰ ἐγγόνια σας, τὰ δισέγγονα, τὰ τρισέγγονά σας, θὰ δῆτε τὸ θαῦμα. Γράψατέ το, σημειῶστε το, σημειῶστε το τὸ θαῦμα, ὅτι καὶ ἡ Τουρκία μιὰ μέρα θὰ γίνῃ ἕνα μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ὄχι μὲ διπλωματίες, ὄχι μὲ ψευτιές, ὄχι μὲ ὑποκρισίες, ὄχι μὲ τέτοια πράγματα, ὄχι μὲ ὅπλα· ἀλλὰ μιὰ μέρα, σύμφωνα μὲ τὰ βιβλία μας, καὶ οἱ Τοῦρκοι θὰ πιστέψουν στὸ Χριστό, θὰ πιστέψουν στὸ Χριστό. Θὰ γίνουμε μιὰ φυλὴ καὶ ἕνα ἔθνος, ἔτσι, ἀλλὰ ὄχι ὅμως νὰ καταντήσουμε νὰ κολακεύουμε κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο.

ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΙΚΡΟΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΙ

Ἔφυγα ἀπὸ τὸ θέμα; Δὲν ἔφυγα ἀπὸ τὸ θέμα. Λέω λοιπόν, ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος σήκωσε τὸ ἀνάστημά του μπροστὰ σὲ ἕναν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ τοῦ λέει· Ἐσὺ στὰ παλάτια σου, ἐσὺ στὸ θρόνο σου, ἐγὼ στὴν Ἐκκλησία (φαντάσου νά ᾿ταν τώρα στὰ Πατριαρχεῖα ἕνας τέτοιος μεγάλος ἀνήρ, ὄχι κόλακας, ἀλλὰ ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃ τὰ πάντα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν Ἐκκλησία). Μαζέψτε λοιπὸν τοὺς δεσποτάδες τῆς Ἑλλάδος, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Σερβίας κ.λπ.· ἐὰν μαζέψῃς τοὺς παπᾶδες, τοὺς 8.000 παπᾶδες ποὺ ἔχει ἡ Ἑλλάδα, ἂν τοὺς στύψῃς ὅλους, ἂν μᾶς στύψῃς ὅλους, τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν τὸ κάνουμε. Είμεθα πολὺ μακριά. Δὲν είμεθα εἰς τοιοῦτον ὕψος ἀρετῆς καὶ ἱκανότητος.
Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεὸ μέσ᾿ στὸ ἔθνος μας νὰ ἀναδείξῃ νέα ἀναστήματα πνευματικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθόδοξο πίστι μας. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε Μεγάλοι Ἀθανάσιοι, μποροῦμε νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Μικροὶ Ἀθανάσιοι ὅλοι ἐσεῖς ποὺ εἶσθε ἐδῶ. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἥλιος, νὰ γίνουμε ἕνα κεράκι. Καὶ τὸ κεράκι εἶνε χρήσιμο. Δὲν ἔχω καιρὸ νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορία ἑνὸς κεριοῦ, πῶς μὲ ἕνα κεράκι σώθηκε ὁλόκληρο τάγμα, πῶς πέρασε ὁλόκληρα βουνὰ μὲ ἕνα κεράκι μέσα στὸ σκοτάδι. Λοιπόν, μέσα στὸ σκοτάδι ποὺ είμεθα, ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἀστέρες φωτεινοὶ καὶ πολύφωτοι καὶ ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἥλιοι, νὰ γίνουμε ἕνα κεράκι στὸ σκοτάδι αὐτὸ  που βρισκόμεθα. Ἐλᾶτε ὅλοι! Μποροῦμε νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Καὶ τὸ μικρὸ παιδάκι, καὶ ὁ γέρος ὁ ἀσπρομάλλης, καὶ ἡ γυναίκα, καὶ ὁ ἀγράμματος, καὶ ὁ διᾶκος, καὶ ὁ ἐπίσκοπος, καὶ ὁ πατριάρχης, μποροῦμε στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Πολλὰ μικρὰ κεριά, ὅταν ἑνωθοῦν, κάνουν μία μεγάλη λάμπα· καὶ πολλὰ μικρὰ ῥυάκια, ὅταν ἑνωθοῦν, κάνουν τὸ Δούναβι ποταμό· καὶ πολλοὶ μικροὶ Ἀθανάσιοι, ἑνούμενοι, μπορεῖ νὰ φτάσουν τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, τὴν ἐνσάρκωσι τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀντιστάσεως ὑπὲρ τῆς πίστεώς μας.

ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΗΜΕΡΑ

―Μά, θὰ πῆτε, κινδυνεύουμε;
Μπορῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὡς Ὀρθόδοξοι κινδυνεύουμε περισσότερο σήμερον ἀπὸ ὅ,τι κινδυνεύανε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Γιατὶ σήμερα τὰ ἐγγόνια τοῦ διά᾿ολου, τοῦ Ἀρείου, δὲν ἀπέθαναν, ὅπως σᾶς εἶπα. Καὶ σήμερα ὁ Ἄρειος ὑπάρχει. Καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ἀναστήθηκε στὰ πρόσωπα τῶν χιλιαστῶν. Οἱ χιλιασταὶ δὲν λένε τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἄρειος. Ἂν ῥωτήσῃς χιλιαστή, ἕναν ἅγιο μισοῦν· τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Ἀφρίζουνε καὶ τὸν ὑβρίζουν. Γιατὶ αὐτὸς ἦταν πολέμιος τῶν ἰδεῶν τῆς αἱρέσεώς τους. Καὶ ἂν ῥωτήσῃς, ποιόν ἀγαποῦν περισσότερο, ποιόν ἔχουν σὲ εἰκόνα; Τὸν Ἄρειο! Τὸν Ἄρειο, ποὺ ἀφώρισε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, αὐτοὶ τὸν ἔχουν ὡς σπουδαιότατο πρόσωπο τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἱστορίας τους. Οἱ χιλιασταὶ εἶνε τὰ παιδιά, τὰ ἐγγόνια, τὰ δισέγγονα τοῦ διαβόλου, οἱ ὀχιὲς αὐτὲς ποὺ σκορποῦν τὸ δηλητήριο μέσα στὶς ψυχές. Χθὲς, ἔλαβα ἕνα γράμμα κάτω ἀπὸ τὸ Μοριᾶ. Μοῦ ἐξομολογεῖται ἕνας οἰκογενειάρχης.
―Ἄχ, λέει, τί ἔπαθα. Τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων ἀνοίξαμε τὸ ῥαδιόφωνο, γιὰ νὰ πιάσουμε ἕνα σταθμό και ἀντὶ ν᾿ ἀκούσουμε ἕνα χριστουγεννιάτικο τραγούδι, βγῆκε ἕνας ἐκφωνητὴς στὸ ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ, ξένου κράτους, καὶ τὸ τί εἶπε ἑναντίον τοῦ Χριστοῦ δὲν λέγεται!…
Λυσσομανοῦν οἱ σταθμοὶ ἑναντίον τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ἤμουν νέος στὴ Φλώρινα συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἀπὸ τὸ Μοναστήρι κατεβαίνουν στὴ Φλώρινα καὶ πᾶνε στὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ ζητοῦν εἰκόνες. Πόσο πιστεύουν κάτι χωριάτες, γυναῖκες καὶ ἄνδρες, ἀπὸ τὸ Μοναστήρι! Μπαίνουν μέσα καὶ παίρνουν εἰκόνες τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ἁγίου Δημητρίου…. Τὸ πῆρε μυρωδιὰ τὸ Τελωνεῖο τοῦ Τίτου καὶ τὸ ἀπηγόρευσε. Δὲν δέχεται νὰ περάσουν εἰκόνες. Κάνει ἔλεγχο καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουν εἰκόνες τῶν ἁγίων. Ὅποιος ἔχει εἰκόνες, θεωρεῖται ὅτι ἔχει ἐπικίνδυνα πράγματα, ὅπως λ.χ. ἐκρηκτικὲς ὕλες, καὶ τὸν σημειώνουν. Καὶ οἱ εἰκόνες γυρίζουν πίσω στὰ καταστήματα· δὲν μποροῦν νὰ περάσουν οἱ εἰκόνες…

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΑΘΟΥΜΕ ΦΡΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Βάλλεται λοιπὸν καὶ κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ πολλὲς πλευρές. Γίνεται μεγάλος πόλεμος ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ πρέπει νὰ σταθοῦμε φρουροί. Ὅπως οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὰ σύνορα φυλάγουν καὶ μόλις δοῦν κάτι φωνάζουν Ἄλτ!, ―ἔχουμε στρατιῶτες γενναίους ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνά, στὸ Καϊμακτσαλάν, στὸ Βίτσι κ.λπ., ποὺ μέσα στὴν ἄγρια νύχτα τουρτουρίζουν ἐκεῖ πάνω στὰ βουνὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπουν σὲ ἐχθρὸ οὔτε ἕνα βῆμα νὰ προχωρήσῃ, ἀλλὰ φωνάζουν Ἄλτ! καὶ τὸν σταματᾶνε, καὶ εἶνε ἕτοιμοι νὰ πέσουν εἰς τὰ σύνορα ὑπερασπίζοντες τὴν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδος μας― ὅπως αὐτοὶ φυλᾶνε τὰ σύνορα, νὰ φυλάξουμε κ᾿ ἐμεῖς τὰ πνευματικὰ σύνορα. Τὰ δὲ πνευματικὰ σύνορα, ποὺ ἔχουν ἀξία μεγαλύτερη ἀπὸ τὰ ἄλλα σύνορα, εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία. Νὰ τὴν φυλάξουμε. Νὰ γίνουμε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἕνας βράχος, ἕνας γαλάζιος βράχος, καὶ νὰ ποῦμε στὰ ἄγρια κύματα τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ ποῦμε σὲ ὅλους· Ἄλτ, δὲν θὰ περάσετε! Είμεθα Πόντιοι, είμεθα Μικρασιάται, είμεθα Ἕλληνες, είμεθα Χριστιανοί, δὲν θὰ περάσετε. Μασόνοι δὲν θὰ περάσετε, ἄθεοι κομμουνισταὶ δὲν θὰ περάσετε, χιλιασταὶ ἰεχωβῖτες δὲν θὰ περάσετε, φράγκοι δὲν θὰ περάσετε, προτεστάντες δὲν θὰ περάσετε. Ὄχι. Θὰ μείνουμε ἐδῶ φρουροὶ στὸ φρούριο, μικροὶ καὶ μεγάλοι, μία ψυχή, ἕνας λαός. Καὶ ἐλπίζω ὁ Θεός, ποὺ βοήθησε τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, τοὺς μεγάλους πατέρας, θὰ βοηθήσῃ κ᾿ ἐμᾶς νὰ μείνουμε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας πιστοὶ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Απομαγνητοφωνημένη ἐσπερινή ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στὸν ἱερό ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 30-12-1973

Κλικ στις ιστοσελίδες μας: Αρμενιστής, Εμείς και η Κοινωνία μας, Γιάννης Αργυρός Σαντορίνη