Σελίδες

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Πέτρου και Παύλου τῶν Πρωτοκορυφαίων +29 Ιουνίου

Απόστολος Παύλος!
ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ οἱ κορυφαῖοι τῶν ἀποστόλων, ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος. Ἀπὸ τοὺς δύο, ἐκεῖνος ποὺ κήρυξε περισσότερο μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν, εἶνε ὁ Παῦλος. Γι᾿ αὐτὸ ὀνομάζεται «ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν» (βλ. Ῥωμ. 11,13). Ἀπ᾿ ὅλα δὲ τὰ ἔθνη, ἐκεῖ ποὺ κήρυξε περισσότερο εἶνε ἡ ἀγαπητή μας πατρίδα ἡ Ἑλλάς. 
Ἀπ᾿ ὅλα δὲ τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἀγάπησε ἰδιαιτέρως τὴ Μακεδονία μας. Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη, Βέροια, εἶνε πόλεις ποὺ ἐπεσκέφθη καὶ ἔσπειρε τὸ λόγο
τοῦ εὐαγγελίου. Μετὰ τὴ Βέροια κατέβηκε στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Ἄρειο Πάγο εἶπε· Ἀθηναῖοι, μετανοεῖτε! Ὕστερα πῆγε στὴν Κόρινθο καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα μέρη. Ἔφθασε καὶ στὴν Πρέβεζα, ποὺ τότε ὠνομάζετο Νικόπολις, καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ὁλόκληρο χειμῶνα. Ἐπεσκέφθη ἐπίσης πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, καὶ τὶς μεγαλονήσους Κρήτη καὶ Κύπρο. Καὶ ὄχι μόνο ἐπεσκέφθη τὰ μέρη μας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς 14 ἐπιστολές του 10 ἀπευθύνονται σὲ Ἕλληνες καὶ ἑλληνικὲς πόλεις. Τί τιμὴ ἀλλὰ καὶ τί εὐθύνη γιὰ τὸ ἔθνος μας! Θά ᾿πρεπε νὰ τιμοῦμε ἰδιαιτέρως τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Δὲν ἔχει ὅμως ἀνάγκη ἀπὸ δικούς μας ἐπαίνους. Τὸν ἐπαινεῖ ἡ Ἐκκλησία διὰ μέσου τῶν αἰώνων μὲ ὡραιότατους ὕμνους. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον τὸν ἐγκωμίασε ὁ βασιλεὺς τῶν ῥητόρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντάξιος μαθητής του, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὑπάρχουν 7 ὁμιλίες τοῦ Χρυσοστόμου, μὲ τὶς ὁποῖες ἐγκωμιάζει τὸν ἀπόστολο Παῦλο.

* * *


Παῦλος ἀπόστολος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ! Ἂν θέλετε νὰ δῆτε μέχρι ποιό σημεῖο καταπτώσεως φτάνει ὁ ἄνθρωπος, δέστε τὸν Ἰούδα τὸν προδότη· κι ἂν θέλετε νὰ δῆτε μέχρι ποιό ὕψος φτάνει ὁ ἄνθρωπος, τότε δέστε τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὁμιλεῖ γι᾿ αὐτὸν μὲ μεγάλη θερμότητα. Ἀφ᾿ ὅτου ἔγινε ὁ κόσμος, λέει, πολλὲς ἅγιες μορφὲς ἔζησαν· ἀλλ᾿ ἀνώτερος ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἁγίους εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Ἄβελ, τὸ ἄκακο ἐκεῖνο ἀρνάκι ποὺ ἔσφαξε μὲ τὸ μαχαίρι ὁ κακοῦργος ἀδελφός του ὁ Κάιν. Γιατὶ ὁ Παῦλος κατεδιώκετο ὄχι ἀπὸ ἕναν ἀλλ᾿ ἀπὸ πολλοὺς Κάιν, τοὺς ἀπίστους Ἰουδαίους, ποὺ σὲ κάθε βῆμα τὸν κατεδίωκαν καὶ ἤθελαν νὰ πιοῦν τὸ αἷμα του. Ἀνώτερος τοῦ Ἄβελ· διότι ὁ Παῦλος ὄχι μόνο μιὰ μέρα, ἀλλὰ κάθε μέρα ἐθυσιάζετο γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ ἔλεγε· «Καθ᾿ ἡμέραν ἀποθνῄσκω» (Α΄ Κορ. 15,31). Ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Ἄβελ ὁ Παῦλος. Ἀλλ᾿ ἀνώτερος, λέει ὁ Χρυσόστομος, κι ἀπὸ τὸ Νῶε, ποὺ ἔφτειαξε κιβωτό, μέσα στὴν ὁποία διασώθηκαν 8 ψυχὲς καὶ ἔγιναν ὁ σπόρος μιᾶς νέας ἀνθρωπότητος. Διότι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔφτειαξε μιὰ κιβωτὸ ὄχι ἀπὸ σανίδια καὶ πίσσα, ἀλλὰ κιβωτὸ ἄφθαρτη, ποὺ ἔσωσε ὄχι 8 ἀλλὰ μυριάδες ψυχές. Καὶ ἡ πνευματικὴ κιβωτὸς τοῦ Παύλου εἶνε ἡ διδασκαλία του, οἱ 14 ἐπιστολές του, πού, μέσα σ᾿ ἕναν ἄλλο κατακλυσμό, διαπορθμεύουν πρὸς τὸν οὐρανὸ μὲ ἀσφάλεια κάθε ψυχὴ ποὺ καταφεύγει ἐκεῖ. Ἀνώτερος τοῦ Ἄβελ, ἀνώτερος τοῦ Νῶε· ἀλλ᾿ ἀνώτερος καὶ τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ἐγκατέλειψε πατέρα καὶ πατρίδα γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσῃ τὸ Θεὸ ἐκεῖ ποὺ τοῦ ὑπεδείκνυε. Διότι ὁ Παῦλος, μετὰ τὸ ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ, ἐγκατέλειψε περισσότερα, ἄφησε τὰ πάντα γιὰ τὸ Χριστό· ὄχι μόνο τὸ σπίτι καὶ τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑβραϊκή του καταγωγή, καὶ τὴν ἰουδαϊκὴ θρησκεία, καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ φαρισαίου, καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐπίγειο, καὶ ἔλεγε· «Τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω» (Φιλιπ. 3,8). Ὅλα ὅσα ἐκτιμᾷ ὁ κόσμος, τὰ θεωρῶ σκουπίδια ἐμπρὸς στὸ Χριστό. Ὁ Ἰὼβ ἦταν ἥρωας ὑπομονῆς στοὺς πειρασμούς. Πάλεψε μὲ δοκιμασίες οἰκογενειακὲς καὶ προσωπικές. Ἀνώτερος ὅμως ἀνεδείχθη ὁ Παῦλος. Διότι ὡς ἀπόστολος ὑπέφερε ὄχι γιὰ ἕνα μόνο χρονικὸ διάστημα, ἀλλὰ γιὰ ὅλη του τὴ ζωή. Καὶ ὄχι γιὰ μιὰ δική του οἰκογένεια ἀλλὰ γιὰ τὴ μεγάλη οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Εἶχε τὴ «μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν» (Β΄ Κορ. 11,28). Συνέπασχε κάθε στιγμὴ γιὰ κάθε τι μὲ τὸν καθένα. Ἔγινε «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα» (Α΄ Κορ. 9,22). Ποιός μπορεῖ νὰ μετρήσῃ τὶς περιπέτειες, τοὺς διωγμούς, τὶς στερήσεις, τοὺς κινδύνους, τὰ ναυάγια, τὶς κακουχίες, τὶς συλλήψεις, τοὺς ῥαβδισμούς, τὶς ἁλυσίδες, τὶς φυλακίσεις, τὶς δίκες, τὶς ἐγκαταλείψεις φίλων, τὸν «σκόλοπα τῇ σαρκί» (Β΄ Κορ. 12,7), τὰ αἵματα, τὸ μαρτυρικό του θάνατο; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀνεδείχθη, ἀκόμη, ἀνώτερος καὶ τοῦ Δαυΐδ. Διότι ἂν ὁ Δαυῒδ μετανόησε, πολὺ περισσότερο ὁ Παῦλος· καὶ ἂν ἐκεῖνος ἔγραψε ψαλμοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Παῦλος συνέθεσε ποιήματα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων καὶ προφητῶν ἀνώτερος ὑπῆρξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος· ἀνώτερος τοῦ Ἠσαΐου, ἀνώτερος τοῦ Ἰερεμίου, ἀνώτερος τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἀνώτερος ἀκόμα καὶ τῶν ἀγγέλων. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ Χρυσόστομος. Γιατὶ ―δὲν εἶνε ψέμα― εἶχε φτερὰ ἀγγέλων καὶ μ᾿ αὐτὰ πέταξε πολὺ ψηλά, πάνω ἀπὸ τὰ ἄστρα, πέρα ἀπὸ τοὺς γαλαξίες καὶ τὶς ἐσχατιὲς τῆς δημιουργίας, μέχρι «τρίτου οὐρανοῦ», «καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12,2,4).

* * *


Αὐτὸς εἶνε ὁ Παῦλος. Μὰ πῶς ἔφτασε σὲ τέτοιο ὕψος; Ἔφτασε, διότι εἶχε πολλὲς ἀρετές. Ἡ κυριωτέρα ἀρετή του ―ποὺ ἐμεῖς ἀπ᾿ αὐτὴν δὲν ἔχουμε οὔτε κουκκούτσι― εἶνε ἡ ταπείνωσι. Ἂν καὶ εἶχε χαρίσματα, ἂν καὶ ἔκανε θαύματα, ἐν τούτοις αὐτὰ δὲν τὰ θεωροῦσε δικά του· τὰ ἀπέδιδε στὸ Θεό. «Ὁ Θεὸς μὲ ἔσωσε», ἔλεγε, «ὁ Χριστὸς μὲ λύτρωσε», «ὁ Χριστὸς μὲ δυνάμωσε» (βλ. Α΄ Τιμ. 3,11· 4,17)· «εὐχαριστῶ τὸ Θεὸ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν» (βλ. Ῥωμ. 1,8). Δικά του θεωροῦσε μόνο τὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἔκανε· ὅτι κάποτε ἦτο διώκτης καὶ βλάσφημος. Κι ὅταν μετανόησε, ἔκλαιγε γι᾿ αὐτὰ καὶ ταπείνωνε τὸν ἑαυτό του ὅλο καὶ περισσότερο. Στὴν ἀρχὴ ἔλεγε· «Ἐγώ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων» (Α΄ Κορ. 15,9). Μετὰ ἔλεγε· Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἁμαρτωλότερος ἀπ᾿ ὅλους τοὺς Χριστιανούς, ὁ «ἐλαχιστότερος πάντων τῶν ἁγίων» (Ἐφ. 3,8). Κι ὅταν πλέον πλησίαζε τὸ τέλος του, ἔγραψε· Εἶμαι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων· «Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ» (Α΄ Τιμ. 1,15). Ὤ μεγαλεῖο, ὤ «ὑψοποιὸς» ταπείνωσις! Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴν ταπείνωσι ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε τὴν ἀγάπη. Ἀγάπη ὄχι πρὸς συγγενεῖς καὶ φίλους μόνο· ἀγάπη καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς, τοὺς διώκτας του. Καὶ πρὸ παντὸς ἀγάπη, θεῖον ἔρωτα, στὸ Χριστό. Διαβάστε δύο ὡραιότατες περικοπές. Ἡ μία εἶνε ἀπὸ τὸ ὄγδοο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολῆς καὶ λέει· Ποιός μπορεῖ νὰ μὲ χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Τίποτε (βλ. Ῥωμ. 8,35 κ.ἑ.). Ἡ ἄλλη εἶνε τὸ δέκατο τρίτο κεφάλαιο τῆς Πρώτης πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς καὶ ζωγραφίζει τὰ γνωρίσματα τῆς ἀπεράντου ἐν Χριστῷ ἀγάπης (βλ. Α΄ Κορ. κεφ. 13ο). Εἶχε ἀκόμη ζῆλο. Ζῆλο σὰν τὸν κυνηγὸ καὶ σὰν τὸν ψαρᾶ. Σὰν κυνηγὸς καὶ σὰν ψαρᾶς ἔρριξε τὰ δίχτυα του καὶ στὴν Ἀθήνα, καὶ στὴν Ἔφεσο, καὶ στὰς Κολασσάς, καὶ στὴ Γαλατία, καὶ παντοῦ στὰ ἔθνη. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του χρεώστη σὲ ὅλους. Φωτιὰ ἔκαιγε μέσα του γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν. Καὶ ἔλεγε· «Ἂς πάω ἐγὼ στὴν κόλασι, ἀρκεῖ νὰ σωθοῦν οἱ ἀδελφοί μου» (βλ. Ῥωμ. 9,3). Τὸ ῥητὸ ποὺ ταιριάζει κατ᾿ ἐξοχὴν στὴν φλογερὰ ψυχὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶνε «Ὁ ζῆλος τοῦ οκου σου κατέφαγέ με» (Ψαλμ. 68,10). Δὲν ἦταν αὐτὸς ἀπὸ λάσπη, ἦταν ἀπὸ ἀσήμι· δὲν ἦταν αὐτὸς ἀπὸ ἀσήμι, ἦταν ἀπὸ χρυσάφι· δὲν ἦταν ἀπὸ χρυσάφι, ἦταν ἀπὸ διαμάντι, ἀδαμάντινη ψυχή. Ἂν σὲ μιὰ ζυγαριά, λέει ὁ Χρυσόστομος, βάλουμε ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὅ,τι πολύτιμο ἔχει ὁ κόσμος (διαμάντια, χρυσάφια κ.λπ.), κι ἀπὸ τὴν ἄλλη βάλουμε τὴν ψυχὴ τοῦ Παύλου, ἡ ζυγαριὰ θὰ κλίνῃ ἐκεῖ ποὺ εἶνε ἡ ψυχὴ τοῦ Παύλου.

* * *


Γεννᾶται, ἀδελφοί μου, τὸ ἐρώτημα· ἐμεῖς τιμοῦμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο; Δυστυχῶς δὲν τὸν τιμοῦμε. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ ναοὶ στὸ ὄνομά του, οὔτε δίδεται στὰ παιδιὰ συχνὰ τὸ ὄνομα Παῦλος. Καὶ ὅμως μετὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος ἅγιος ἀπὸ αὐτόν. Οἱ Ῥῶσοι τὸν τιμοῦν περισσότερο ἀπὸ μᾶς. Ἂς σκεφτοῦμε ὅτι, ἂν δὲν ἐρχόταν ὁ Παῦλος στὴν πατρίδα μας γιὰ νὰ κηρύξῃ τὸ Χριστό, θὰ ἤμασταν ἀκόμα εἰδωλολάτρες, μακριὰ ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεό, καὶ θὰ προσκυνούσαμε τὶς πέτρες. Είθε ὁ Κύριος διὰ τῶν πρεσβειῶν του νὰ μᾶς ἐλεήσῃ καὶ νὰ μᾶς σώσῃ.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος Φλώρινα 28-6-1969