Σελίδες

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,26-39). Άλλα είδη δαιμονισμένων

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Περιγράφει κάτι φοβερό. Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ὁμιλεῖ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν ἀσθενής. Τί ἀσθένεια εἶχε; φθίσι, καρκίνο, λέπρα, παραλυσία; Μακάρι νὰ εἶχε τέτοια ἀσθένεια. Εἶχε κάτι χειρότερο. Γιατὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀσθένεια εἶνε ἡ ψυχική. Ἦταν ἄρρωστος ψυχικῶς. Ἀπὸ τί ἔ­πα­σχε δηλαδή; Ἂς δοῦμε.
Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατοικοῦσε σ’ ἕνα χωριὸ ποὺ λεγόταν Γάδαρα καὶ οἱ κάτοικοι Γα­δαρηνοί, ἄνθρωποι μὲ μεγάλη προσκόλλησι στὴ δουλειά. Ἦταν κι αὐτὸς ἐργατικὸς καὶ φιλότιμος. Σκεπτόταν λογικά, ἐνεργοῦσε φρόνιμα, ἦταν ἀγαπητὸς στοὺς ἄλλους, εἶχε εἰρη­νικὲς σχέσεις μὲ ὅλους. Ξαφνικὰ ὅμως ἄλλαξε, ἄλλαξε τελείως. Τὸ μυαλό του θόλωσε. Φοβερὸ πρᾶγμα ἡ θολούρα στὸ μυαλό – ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶνε κυρίως τὸ μυαλό· θόλωσε τὸ μυαλό; πάει ὁ ἄνθρωπος.
Ἄλλαξε λοιπόν. Ἡ γλῶσσα του μπέρδευε, δὲ μιλοῦσε πλέον

σωστά· δὲ μποροῦσε νὰ συν­εννοηθῇ κανεὶς μαζί του καὶ τὸν ἀπέφευγαν. Συμπεριφερόταν περίεργα. Τὸν ἔντυναν κι αὐ­τὸς ἔσκιζε τὰ ῥοῦχα του καὶ περπατοῦσε γυμνός, ὅπως τὸν γέννησε ἡ μάνα του. Ἔφευγε καὶ τὸν κυνηγοῦσαν. Τὸν ἔπιαναν καὶ τὸν ἔδε­ναν, ὄχι μὲ σχοινιὰ ἀλλὰ μὲ ἁλυσίδες· κ’ εἶχε τέτοια δύναμι, ὥστε ἔσπαζε καὶ τὶς ἁλυσίδες σὰ νὰ ἦταν κλωστές. Τὴ νύχτα δὲν πήγαινε στὸ σπίτι. Πήγαινε στὰ μνήματα, μέσ᾽ στὶς νεκροκεφαλές, καὶ κοιμόταν ἐκεῖ. Ἦταν ἀκόμα ἐπικίνδυνος, μὲ ἐπιθετικὲς διαθέσεις, τρομο­κράτης. Ἂν στεκόταν αὐτὸς στὸ δρόμο, δὲν τολμοῦσε ἄλλος νὰ περάσῃ. Τί εἶχε λοιπὸν αὐ­τὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο· «εἶ­χε δαιμόνια» (Λουκ. 8,27), ἦταν δαιμονισμένος – ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Εἶχε δαιμόνια μέσα του· αὐτὰ τὸν κινοῦσαν σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐνέργειες.
Καὶ νά τώρα ἔρχεται ἐκεῖ κάποιος. Κάποιος; Δὲν εἶνε ἁπλῶς κάποιος. Εἶνε ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἀνώτερος ἀπ’ αὐτόν· εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Πρώτη φορὰ ἐρ­χόταν στὰ Γάδαρα, καὶ ὅμως ὁ δαιμονιζόμενος κατάλαβε τὴ δύναμί του κι ἄρχισε νὰ τρέμῃ μπροστά του σὰν τὰ φύλλα στὸν ἄνεμο. Οἱ δαίμονες παρακαλοῦσαν νὰ μὴ τοὺς βασα­νίσῃ, νὰ μὴ τοὺς τιμωρήσῃ. Βλέποντας ὅτι θὰ τοὺς διώξῃ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο αὐτόν, τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ πᾶνε – ποῦ; Σ᾽ ἕνα κοπάδι ἀπὸ χοίρους. Καὶ ἐπέτρεψε.

Τότε τὰ δαιμόνια πῆγαν στοὺς χοίρους, καὶ οἱ χοῖ­ροι ὥρμησαν σὰν τρελλοὶ κ’ ἔπεσαν ἀπὸ τὸ γκρεμὸ στὴ λίμνη. Πνίγηκαν ὅλοι, δὲν ἔ­μει­νε ζωντανὸς οὔτε ἕνας. Γιατί, θὰ πῆτε, νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ζημιά; Ἦταν τιμωρία. Οἱ Γαδαρηνοὶ ἦταν φιλάργυροι, ἀγαποῦσαν τὰ λεφτά, καὶ ἔβοσκαν χοίρους, πρᾶγμα ἀπηγορευμένο ἀπὸ τὸ Μωσαϊκὸ νόμο. Ἔτσι τιμωρήθηκαν.

Καὶ μετά; Ἔκαναν κάτι ἀ­κόμα χειρότερο. Ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο ἀπὸ τὸν ἄν­­θρωπο κι αὐτὸς φρόνιμος καὶ ἥσυχος ἐπανῆλ­θε στὰ λογικά του καὶ στὸν κανονικὸ ῥυθμό του, ὅλοι μαζὶ εἶπαν στὸ Χριστό· Φύγε, δὲ σὲ θέλουμε… Κι ὁ Χριστός; Ὤ ἡ φιλανθρωπία του! Τὸ δαχτυλάκι του νὰ κουνοῦσε, θὰ βύθιζε τὸ χωριὸ ἐκεῖνο χίλια μέτρα μέσ’ στὴ γῆ. Δὲν τοὺς τιμώρησε. Ἔφυγε. Αὐτοὶ ὅμως ἔδειξαν ποιοί εἶνε· προτίμησαν τὰ γουρούνια τους παρὰ τὸ Χριστό! Τέτοιοι εἶνε οἱ ἄνθρωποι· ἀγαποῦν τὸ χρυσὸ παραπάνω ἀπὸ τὸ Χριστό.

* * *

Δαιμονιζόμενος λοιπὸν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεράπευσε ὁ Χριστός. Μὰ θὰ πῇ κάποιος· Μᾶς μιλᾷς τώρα γιὰ δαιμονισμένους; Αὐτὰ «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ». Ποῦ τώρα δαιμονιζόμενοι; Μὲ τέτοια παραμύθια μᾶς κοιμίζετε;… Ἀμφιβάλλετε ὅτι ὑπάρχουν δαιμονιζόμενοι; Ὅποιος ἀμφιβάλλει, νὰ τοῦ κάνω τὰ εἰσιτήρια νὰ πάῃ στὴν Κεφαλονιά, στὸ νησὶ τοῦ ἁγίου Γερασίμου, νὰ τοὺς δῇ πῶς κάνουν, πῶς οὐρλιάζουν, πῶς τοὺς δένουν μὲ ἁλυσίδες, τί λόγια λένε, καὶ πῶς ὅταν δοῦν τὸ σιδερένιο σταυρὸ ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος φωνάζουν «Μᾶς ἔκαψες!…».
Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς ὑπάρχουν ἄλλου εἴ­δους δαιμονισμένοι, δαιμονισμένοι μέσα στὴν κοινωνία, χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους. Ποιοί εἶν’ αὐτοί; Ὁλόκληρο περίφημο βιβλίο μὲ τίτλο «Οἱ δαιμονισμένοι» ἔγραψε γι’ αὐτοὺς ὁ ῾Ρῶ­σος Ντοστογιέφσκυ. Θέλετε νὰ δῆτε μερικούς;

⃝ Τὸν ἕνα τὸν βάζει ὁ διάβολος νὰ κάθεται στὸ καφενεῖο καὶ νὰ λέῃ· Δὲν ὑπάρχει Θεός… Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγαλύτερο ψέμα. Ἄλλοτε ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ἀκουγόταν· τώρα τὸ λένε πολλοί. Ὥστε λές, Δὲν ὑπάρχει Θεός; Ἔ, ἐγὼ σοῦ λέω ὅτι ὅλα, ὣς καὶ τὸ μυρμηγκάκι, φωνάζουν ὅτι ὑπάρχει. Ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες νὰ μαζευτοῦν, ἕνα μυρμηγκάκι δὲν κάνουν. Ποιός τά ᾽κανε ὅλα γύρω μας; Μία ἡ λογικὴ ἀπάντησι· ὁ Θεός. Τὸ ἄλλο εἶνε παραλογισμός. «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ. 52,1). Ὁ ἄθεος λοιπὸν ὁ ἕνας δαιμονιζόμενος.

⃝ Θέλετε ἄλλο δαιμονιζόμενο; Εἶνε ὁ βλάστη­μος. Τὸν βάζει ὁ διάβολος ὅπου βρεθῇ καὶ τί κάνει· ἀνοίγει τὸ βρωμερό του στόμα καὶ βλαστημάει τὸ Θεό! Τί κάνεις, βλαστημᾷς; Χριστι­ανὸς δὲν εἶ­σαι. Βλαστημᾷς; Ἄνθρω­πος δὲν εἶ­σαι. Βλαστημᾷς; Οὔτε σατανᾶς δὲν εἶσαι· για­τὶ ὁ σατανᾶς κάνει ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ δὲ βλαστημάει. Τὸν εἴδατε; τρέμει τὸ Χριστό.

⃝ Ἕνας λοιπὸν δαιμονιζόμενος ὁ ἄθεος, ἄλ­λος δαιμονιζόμενος ὁ βλάστημος. Τρίτος δαιμονιζόμενος ὁ ψεύδορκος. Ὁ διάβολος τὸν βά­ζει νὰ πηγαίνῃ στὸ δικαστήριο καὶ γιὰ ἕνα χιλιάρικο ἢ μιὰ σπιθαμὴ γῆς, ν’ ἁπλώνῃ τὸ βρωμερό του χέρι πάνω στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ παίρνῃ ψεύτικο ὅρκο. Μέσ᾽ στοὺς ἑκατὸ μάρτυρες, ζήτημα ἂν ἕνας λέῃ τὴν ἀλήθεια. Ψέμα, ψέμα! Μικρὸ δαιμόνιο εἶνε αὐτό; Προτιμότερο νὰ βά­λῃς τὸ χέρι σου στὴ φωτιά, πα­ρὰ στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γιὰ ὅρκο.

⃝ Θέλετε ἄλλο δαιμονιζόμενο; Τί κάνει; Εἶνε Κυριακή, χτυπάει ἡ καμπάνα, κι αὐτὸς γυρίζει δεξιὰ – ἀριστερά· εἶνε ὁ ἀλειτούργητος. Οὔτε Χριστούγεννα, οὔτε Πάσχα, οὔτε Μεγά­λη Παρασκευὴ πατάει στὴν ἐκκλησία. Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ὁ διάβολος τοῦ λέει· Μὴν πᾷς, μὴν πᾷς… Δὲν τὸν ἀφήνει, τὸν δένει μὲ ἁλυσίδες.

⃝ Θέλετε ἄλλους δαιμονιζομένους; Εἶνε τὰ παιδιὰ ποὺ χτυποῦν πατέρα καὶ μάνα. Τὰ βάζει ὁ διάβολος νὰ τὸ κάνουν. Ἦρθε στὴ μητρό­πολι ἕνας ἄνθρωπος μὲ σπασμένο τὸ κεφάλι. ―Ποιός σοῦ τό ᾽σπασε; λέω. Ντρεπόταν, ἄρχισε νὰ κλαίῃ. ―Ὁ γυιός μου, λέει. Ὤ γενεὰ ἀσεβής! Ἄνθρωποι ποὺ δὲ σέβονται τὸ Θεό, καὶ στοὺς γονεῖς θὰ εἶνε ἀσεβεῖς. Αὐτὰ εἶνε ἀποτελέσματα ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας.

⃝ Ἄλλον ὁ διάβολος τὸν βάζει τί νὰ κάνῃ· νὰ μπαίνει τὴ νύχτα στὸ ξένο σπίτι καὶ νὰ ἀτιμά­ζῃ τὴ γυναῖκα τοῦ ἄλλου· εἶνε ὁ μοιχός.

⃝ Θέλεις ἄλλο δαιμονιζόμενο; Ὁ κλέφτης. Τὸν βάζει ὁ διάβολος καὶ κλέβει ξένα πράγματα.

⃝ Παντοῦ ὁ διάβολος. Πρὸ παντὸς ὅμως στοὺς νέους. Ὤ οἱ νέοι! Δαιμονιζόμενοι εἶνε. Δὲ μπορεῖ νὰ κουβεντιάσῃ μαζί τους ἡ μάνα κι ὁ πατέρας. Νύχτωσε; Ὁ νέος δὲν πάει στὸ σπίτι. Ὅπως ὁ δαιμονιζόμενος ―αἰώνιο τὸ Εὐ­αγγέλιο!― ὅταν νύχτωνε πήγαινε στὰ μνήματα, ἔτσι καὶ οἱ νέοι σήμερα· δὲ μένουν στὸ σπίτι, πᾶνε στὰ «μνήματα», στὰ κέντρα. Ἐκεῖ καταστρέφονται, ἐκεῖ μέσα σαπίζει ἡ νέα γενεά.

Νά λοιπὸν δαιμονιζόμενοι· ὁ ἄθεος, ὁ βλάστημος, ὁ ἀλειτούργητος, ὁ ψεύδορκος, αὐ­τὸς ποὺ σηκώνει χέρι στὸ γονιό του, ὁ πόρνος, ὁ μοιχός, ὁ κλέφτης, ὁ ξενύχτης, ὅσοι χωρίζουν ἀντρόγυνα, ὅ­σοι κάνουν ἐγκλήματα.

Ἡ ὥρα τοῦ δαιμονίου εἶνε φοβερά. Καὶ ὁ πιὸ φρόνιμος τότε ἐκτρέπεται. Λένε οἱ ψυχολόγοι, ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἔχει πέντε λεπτὰ τρέλλας, καὶ τότε μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα – Θεέ μου, φύλαξέ μας!

Νά λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει δαιμονισμός. Ὁ ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ φτάσῃ ἢ μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ γίνῃ ἄγ­γελος ἢ μέχρι τὸν πάτο τῆς κολά­σεως καὶ νὰ γίνῃ σατανᾶς. Σήμερα ὁ κόσμος εἶνε δαιμονιζόμενοι. Σπάνια νὰ συναν­τήσῃς ἄνθρωπο ἀπηλλαγμένο ἀπὸ δαιμόνια. Καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ «λεγεών» (Λουκ. 8,30).

* * *

―Μ’ αὐτὰ ποὺ λές, θὰ πῆτε, μᾶς ἀπελπίζεις. Ὥσ­­τε τόσο δυνατὸς εἶνε ὁ σατανᾶς;
Δὲν εἶνε δυνατός. Φταῖμε ἐμεῖς, ποὺ τοῦ πα­ραχωροῦμε ἐξουσίες. Παραπάνω ἀπὸ τὸ διάβολο, ἀπείρως ἰσχυρότερος, εἶνε ὁ Χριστός.

Ἦρθε μιὰ μέρα στὴ μητρόπολι μιὰ γυναίκα καὶ ἔτρεμε. ―Τὴ νύχτα, λέει, μοῦ ἄφησαν ἀπ᾽ ἔξω μάγια· τώρα τί θὰ γίνω;… ―Πιστεύεις, λέω, στὸ Χριστό; Ἂν πιστεύῃς, ἐκεῖ ποὺ εἶνε ὁ Χριστὸς δὲν πλησιάζει ὁ σατανᾶς. Ἐκκλησιάζεσαι; κοινωνεῖς τῶν ἀχράντων μυστηρίων; ἐξομολογεῖσαι; προσ­εύχεσαι, κάνεις τὸ σταυρό σου; ζῇς καθαρὴ ζωή; Ὅσοι δαίμονες καὶ νὰ ἔρθουν, μόλις πῇς «Κύριε ἐλέησον» καὶ κά­νῃς τὸ σταυρό σου, φύγανε μακριά. Εἶνε ἰ­σχυ­ρότερος ὁ Χριστός.

Τὰ λίγα αὐτὰ λόγια, ἀγαπητοί μου, εὔχομαι νὰ τὰ βάλετε στὴν καρδιά σας, καὶ ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, νὰ εἶστε ἀφωσιωμένοι στὸ Θεό· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγίας Παρασκευῆς Φούφα – Ἑορδαίας 26-10-1986)
 http://www.augoustinos-kantiotis.gr