Σελίδες

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Η αναγκαιότητα για πνευματική ανέωση

Μπορεί ένας οιοσδήποτε πιστός του Χριστού και της Εκκλησίας, και όχι μόνον ένας ιερέας, να είναι χριστιανός χωρίς να ανανεώνεται και να ανεφοδιάζεται πνευματικά και μάλιστα επί καθημερινής βάσεως; Ενώ η απάντηση φαίνεται να είναι απλή: ασφαλώς και όχι, όμως δεν πρέπει να σπεύσουμε να πούμε ότι πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο. Και τούτο διότι πολλοί, κι όχι μόνον απλοί πιστοί, έχουν μία μαγική αντίληψη της πίστεως και των συμβαινόντων στην Εκκλησία μας, ακόμη δε και της
πνευματικής ζωής. Τι θέλουμε να πούμε; Υπάρχουν πιστοί, και κληρικοί σε κάποιο βαθμό, οι οποίοι κατανοούν την πίστη ως μία δύναμη την οποία παρέχει ο Θεός στον άνθρωπο, χωρίς να χρειάζεται οι ίδιοι να κάνουν τίποτε προς αποδοχή της. Αρκεί να βαπτιστούν, να χριστούν, να κοινωνήσουν, να εκκλησιαστούν, να έχουν γίνει κληρικοί ίσως, με άλλα λόγια να έχουν ακολουθήσει ή να ακολουθούν ένα συγκεκριμένο τυπικό, για να θεωρήσουν ότι είναι με τον Θεό, ότι Εκείνος βρίσκεται δίπλα τους, έτοιμος να τους βοηθήσει σε οποιαδήποτε ανάγκη κι αν βρεθούν. Κι η πίστη τους ότι ο Θεός είναι μαζί τους, διότι εκείνοι έκαναν το καθήκον τους, φτάνει μέχρι του σημείου να θεωρούν τον Θεό υποχρεωμένο απέναντι σ’ αυτούς, οπότε αν συμβεί κάτι «κακό» στη ζωή τους, το βάρος της ευθύνης πέφτει αποκλειστικά σ’ Εκείνον, που δεν έλαβε υπόψη του την «αγιότητά» τους. Δεν συνιστά υπερβολή ο λόγος∙ οι κληρικοί το συναντάμε καθημερινά, ακόμη περισσότερο όσοι έχουμε επιφορτιστεί με το διακόνημα του πνευματικού.
Είναι απολύτως σαφές βεβαίως ότι στην περίπτωση αυτή έχουμε μία «μαγικού» τύπου πίστη, μία θρησκειοποίηση της Εκκλησίας – η Εκκλησία εξισώνεται με άλλες θρησκείες, στις οποίες ο Θεός αποτελεί το «βαρύ επάνω», όπως έχουν πει, του ανθρώπου, που μπορεί κανείς να το έχει μαζί του, όταν επιτελέσει ορισμένα πράγματα - μία αποθέωση της τυπικής σχέσεως με Εκείνον, μία έκπτωση στη Φαρισαϊκή ηθική, την οποία έλεγξε και στηλίτευσε βεβαίως ο Κύριος αυστηρότατα. Με άλλα λόγια σ’ αυτού του τύπου τη «χριστιανική» ζωή, ο άνθρωπος ξεκινά με το δεδομένο της αυτοδικαίωσής του και ο Θεός απλώς έρχεται ως ο επιβραβευτής της υποτιθέμενης αγιότητάς του. Δεν υπάρχει εδώ καμία αίσθηση εσωτερικής ζωής, καμία ανάληψη ευθύνης για αλλαγή της καρδιάς, άρα καμία βίωση μετανοίας, οπότε έχει διαγραφεί αυτό που ο Κύριος σημειώνει: «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστι». Η μαγική θεώρηση της χριστιανικής ζωής, διαδεδομένη δυστυχώς ευρύτατα, βρίσκεται στον αντίποδα της όντως χριστιανικής ζωής.
(2) Αλλά είπαμε: η απάντηση στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει χριστιανός χωρίς πνευματικά να ανεφοδιάζεται, είναι ασφαλώς αρνητική. Κι ο λόγος είναι απλός: δεν είναι μόνον ο Θεός ο Οποίος χρειάζεται να μας προσφέρει τη χάρη Του προς σωτηρία, αλλά απαιτείται και η θέληση του ανθρώπου που πρέπει να ανταποκριθεί στη χάρη αυτή. Ο Θεός δηλαδή μας άπλωσε και μας απλώνει το χέρι Του, αλλά αν και εμείς δεν θελήσουμε να το κρατήσουμε, δυστυχώς δεν γίνεται τίποτε. Σαν να αυτοπεριορίζεται ο ίδιος ο Θεός στην παντοδυναμία Του, κάτι που βεβαίως σημαίνει το πόσο σημαντικό για Εκείνον, όπως τουλάχιστον φαίνεται στην αποκάλυψή Του, είναι η ελευθερία του ανθρώπου. Κι είναι εύλογο: δεν έχει νόημα ο Θεός που μας δημιούργησε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του, συνεπώς με την ελευθερία ως καθοριστικό στοιχείο της ύπαρξής μας, να αίρει το στοιχείο αυτό. Είναι τόσο καίριας σημασίας η ελευθερία για τον άνθρωπο, δοσμένη όπως είπαμε από τον ίδιο τον Θεό, ώστε ο αγιασμένος Γέροντας Πορφύριος έλεγε χαρακτηριστικά: «Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο Θεός δεν μας έδωσε απλώς ελευθερία∙ χάραξε την ελευθερία μέσα μας». Κι αυτό αποκαλύπτει και την απειρία αγάπης του Θεού απέναντί μας: μας σέβεται, κάνει τα πάντα για εμάς, διαρκώς «εφευρίσκει» τρόπους προκλήσεως της ελευθερίας μας για να ανταποκριθούμε σ‘ Αυτόν, προκειμένου να σωθούμε, όμως ποτέ δεν μας υποκαθιστά. Η παραβολή του ασώτου εν προκειμένω, κατά την οποία ο Πατέρας αφήνει τον υιό Του να φύγει, ενώ γνωρίζει την τραγωδία στην οποία θα βρεθεί, νομίζουμε ότι με τρόπο ανάγλυφο μας δίνει τη διάσταση αυτή.
Έτσι η χριστιανική ζωή είναι ζωή συνέργειας με τον Θεό. «Συνεργοί Θεού εσμεν», κατά τον απόστολο. Η προσφερόμενη χάρη Του απαιτεί την ανταποκρινόμενη δύναμη του ανθρώπου, υποκινημένη βεβαίως από Εκείνον, ώστε να τελεσιουργείται το μυστήριο της σωτηρίας. «Αδελφοί - θα πει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους - συνεργούντες και παρακαλούμεν μη εις κενόν την χάριν του Θεού δέξασθαι υμάς». Κι αλλού, στον μαθητή του Τιμόθεο, θα προτρέψει: «μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας, μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου», όπως και: «αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ο εστιν εν σοι δια της επιθέσεως των χειρών μου». Και βλέπουμε την αναγκαιότητα της ανταποκρινόμενης δύναμης του ανθρώπου σε όλα τα επίπεδα της χριστιανικής πίστεως και ζωής. Στα μυστήρια πρώτα. Δεν αρκεί να βαπτιστεί ή και να χριστεί κάποιος. Στη συνέχεια πρέπει να επιβεβαιώνει διαρκώς τη χάρη της εντάξεώς του στο σώμα του Χριστού και της προσφοράς του αγίου Πνεύματος διά της συνεχούς πνευματικής του ζωής. Διαφορετικά, μόνο το βάπτισμα και μόνο το χρίσμα, ως παροχή χάρης που μένει μετέωρη, οδηγεί σε ό,τι ο άλλος αγιασμένος Γέροντας Παΐσιος χαρακτήριζε ως «θεωρία του άδειου σακκιού». Βαπτίζονται μεν οι άνθρωποι, αλλά χωρίς ενεργοποίηση της χάρης του βαπτίσματος, μένουν άδειοι. Σαν να μας έχει δώσει κάποιος πολύ πλούσιος σε εμάς τους φτωχούς μία επιταγή δισεκατομμυρίων, την οποία απλώς κλείσαμε σ’ ένα συρτάρι χωρίς να την εξαργυρώνουμε. Μολονότι πλούσιοι, παραμένουμε φτωχοί. Ο άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής θα μας το εξηγήσει ακόμη περισσότερο. Το αποδίδουμε ελεύθερα: Το βάπτισμα εξαλείφει το προπατορικό αμάρτημα ως αναγκαστική ροπή προς την αμαρτία, φέρνοντάς μας στο αφετηριακό σημείο να μπορεί να λειτουργεί η βούλησή μας κατά τρόπο ελεύθερο. Το πού θα κλίνει η βελόνα της βούλησής μας από κει και πέρα, είναι πια θέμα δικό μας.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα μυστήρια και με όλες τις άλλες παροχές χάρης του Θεού. Μπορεί κάποιος να γίνει κληρικός. Δεν αρκεί όμως η ένταξή του στον κλήρο για να λειτουργεί θετικά γι’ αυτόν το μυστήριο της ιερωσύνης. Ίσως η χάρη να παρέχεται στους πιστούς μέσω αυτού – εφόσον είναι κανονικά χειροτονημένος και τελεί κανονικά το μυστήριο – η ίδια η ιερωσύνη του όμως, μη ενεργοποιούμενη στην πνευματική του ζωή, τον καθιστά υπόλογο, και από φορέας χάριτος, όπως πολύ ωραία έχει ειπωθεί, γίνεται αχθοφόρος. Αντιστοίχως ας σκεφτούμε και στο μυστήριο του γάμου, στο μυστήριο του ευχελαίου, στο μυστήριο, όπως πιο αναλυτικά παρακάτω θα δούμε, της εξομολογήσεως, κατεξοχήν δε στο μυστήριο της Θεία Ευχαριστίας. Και να επιμείνουμε. Αρκεί και μόνον ένας χριστιανός να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία για να πει ότι έχει τον Χριστό μέσα του; Το θέμα είναι πώς Τον έχει. Αν προσέλθει απροετοίμαστος, η χάρη του Χριστού θα δράσει, αλλά αυξάνοντας ό,τι θα έχει ως περιεχόμενο της καρδιάς του. Συνεπώς μπορεί να γίνει χειρότερος. Έπειτα: αρκεί να τελέσει κάποιος το μυστήριο του γάμου στην Εκκλησία, για να πάει καλά ο γάμος του; Ικανώνεται μεν με τη χάρη του μυστηρίου, αλλά αν ο ίδιος δεν κάνει τον αγώνα του από πλευράς πνευματικής, η χάρη αυτή μένει και πάλι ανενέργητη. Τη μαγική αυτή κατανόηση των μυστηρίων τη βλέπουμε ιδιαιτέρως στο μυστήριο του ευχελαίου. Άνθρωποι πολλές φορές άσχετοι προς την εκκλησιαστική ζωή, επειδή κάτι δεν τους πάει καλά, θεωρούν ότι πρέπει να καλέσουν τον ιερέα, για να εξευμενίσει τα κακά πνεύματα μέσω του ευχελαίου. Και δεινοπαθεί κανείς, όταν θελήσει να τους εξηγήσει πώς έχουν τα πράγματα, χωρίς όμως συχνά και να τους πείθει, εισπράττοντας όχι λίγες φορές την απειλή: «Θα σε καταγγείλω στον Δεσπότη»!
Και δεν είναι μόνον τα μυστήρια. Στη μελέτη του λόγου του Θεού για παράδειγμα, ή και την προσευχή, κατ’ ιδίαν ή και κοινή στην Εκκλησία. Απλώς η μελέτη μπορεί να θεωρηθεί ως ζωντανή έκφραση της πνευματικής ζωής; Δεν είναι λίγοι οι άθεοι που για δικούς τους λόγους διαβάζουν και την ίδια την Αγία Γραφή. Αλλά είναι άθεοι. Αν η μελέτη του λόγου Θεού δεν συνοδεύεται από την έμπρακτη επιβεβαίωσή της όχι μόνον γίνεται αρνητικό γεγονός, αλλά συχνά και καταστροφικό. «Μελέτα τα λόγια της Γραφής με την πράξη – συμβουλεύει ο άγιος Μάρκος ο ασκητής – και μην επεκτείνεσαι σε πολυλογία, υπερηφανευόμενος για σκέψεις θεωρητικές. Εκείνος που άφησε την πράξη και βασίζεται σε μία απλή γνώση, αντί για δίκοπο μαχαίρι, κρατά καλαμένιο ραβδί, το οποίο σε καιρό πολέμου, κατά τη Γραφή, θα του τρυπήσει το χέρι και θα μπει μέσα σ’ αυτό και θα του βάλει το φυσικό δηλητήριο προτού του το βάλουν οι εχθροί». Η προσευχή έπειτα: το ψέλλισμα προσευχών και μόνο, χωρίς συμμετοχή του νου και της καρδιάς, συνιστά προσευχή; Ο Κύριος ήταν καταπέλτης επ’ αυτού: χαρακτήρισε αυτού του είδους την «προσευχή» ως βαττολογία, ενώ στο πρόσωπο του Φαρισαίου της γνωστής παραβολής την εκτίμησε ως καταδίκη του ανθρώπου. Διότι «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς».
Δεν επεκτεινόμαστε. Όλα τα παραπάνω, και άπειρα άλλα που ο καθένας μπορεί να σκεφτεί, επιβεβαιώνονται αν φέρει κανείς κατά νου τον ίδιο τον Κύριο Ιησού. Ο Χριστός, ο Μεσσίας, ο κατεξοχήν απεσταλμένος του Θεού, ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός, δεν αρκέστηκε στο ότι ήταν ο φορέας του Πνεύματος του Θεού. Καθημερινά επιβεβαίωνε το χάρισμά Του. Με άλλα λόγια δεν λειτούργησε ως το πριγκιπόπουλο που επαναπαύεται στο όνομα και τη θέση του πατέρα του, αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει διαρκώς στον πεσμένο στην αμαρτία κόσμο μας, αλλά η θέλησή Του κατετίθετο διαρκώς στο θέλημα του Θεού Πατέρα ως ένας διαρκής σταυρός. «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ». Το ίδιο επισημαίνουμε και στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι καλούνταν μεν από τον Θεό, έχοντας το χάρισμα Εκείνου, αλλά ο θάνατός τους ήταν συνήθως το τίμημα της συνεπούς προς τον Θεό ανταπόκρισής τους. Και αντιθέτως – κάτι που πρέπει αδιάκοπα να έχουμε κατά νου, με φόβο και τρόμο: ο χαρισματούχος λαός του Θεού, ο εκλεκτός του Θεού Ισραήλ, επειδή αρνείται τελικώς να λειτουργήσει κατ’ αντιστοιχία του χαρίσματός του: να κρατήσει τη χάρη αυτή και για τον ίδιο και για τους υπόλοιπους λαούς, χάνει τελικώς τη χάρη, απορρίπτεται από το πρόσωπο του Θεού, τίθεται υπό την κρίση και την οργή Εκείνου.
Το συμπέρασμα είναι λοιπόν προφανές: δεν μπορεί κανείς να επαναπαυτεί στο ότι έλαβε κάποια χάρη Θεού. Η χάρη αυτή απαιτεί την ενεργητική αποδοχή της και τη λειτουργία της στην καθημερινή ζωή. Κι αυτό επιτείνεται ακόμη περισσότερο, με το δεδομένο της ανθρωπολογικής τραγικής επισήμανσης, ότι στους ανθρώπους, ακόμη και στους καλοπροαίρετους, συχνά, για να μην πούμε, πάντα, λειτουργεί η τυραννίδα της λήθης, της λησμονιάς. «Πολλή της λήθης η τυραννίς», σημειώνουν οι νηπτικοί δάσκαλοί μας. Ξεχνάμε οι άνθρωποι αυτά που πρέπει να συνιστούν προτεραιότητα στη ζωή μας, δηλαδή τον Θεό και τη Βασιλεία Του, κατά τον λόγο του Χριστού: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού», επειδή μπλεκόμαστε στα γρανάζια της παρούσης ζωής, είτε σαν προβλήματα και περισπασμούς είτε και σαν γοητεία των πειρασμών της. Συνεπώς απαιτείται μονίμως και αδιάκοπα να βρισκόμαστε σε εγρήγορση και νήψη. «Γρηγορείτε ότι η ώρα ου δοκείτε, ο Κύριος έρχεται». «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν».
(3) Αν λοιπόν ο πνευματικός ανεφοδιασμός, ως διαρκής ανανέωση και επιβεβαίωση της χριστιανικότητας ενός πιστού είναι παραπάνω από αναγκαία, κυριολεκτικά θέμα ζωής και θανάτου, τούτο πολλαπλασιάζεται για τον κατεξοχήν χαρισματούχο της Εκκλησίας μας, τον κληρικό οποιασδήποτε βαθμίδας. Διότι κατά την αναλογία του χαρίσματος απαιτείται και ο αντίστοιχος πνευματικός αγώνας. Όσο δηλαδή πλούτο χαρισμάτων έχει κάποιος, τόσο πρέπει να είναι αυξημένη και η ένταση του πνευματικού του αγώνα – ας θυμηθούμε την παραβολή των ταλάντων: περισσότερα τάλαντα, περισσότερη εργασία αυξήσεώς τους - γεγονός που σημαίνει ότι οι πρώτοι που πρέπει να προσέχουν και να βρίσκονται σε διαρκή νήψη και εγρήγορση είναι οι επίσκοποι, οι έχοντες το πλήρωμα της ιερωσύνης, όπως στη συνέχεια οι πρεσβύτεροι, έπειτα δε οι διάκονοι. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άγιοί μας για την κάθε βαθμίδα της ιερωσύνης έχουν πει τα αντίστοιχα προς τις βαθμίδες της πνευματικής ζωής – την κάθαρση, τον φωτισμό, τη θέωση: ο διάκονος πρέπει να βρίσκεται στην κατάσταση της καθάρσεως από τα πάθη του (το πρώτο στάδιο), ο πρεσβύτερος στην κατάσταση του φωτισμού από το Πνεύμα του Θεού (το δεύτερο στάδιο), ο επίσκοπος στην κατάσταση της θέωσης (το τρίτο στάδιο). Ο ιερός Χρυσόστομος, ως γνωστόν, μιλώντας για το ύψος της ιερωσύνης και την καθαρότητα συνεπώς που πρέπει να την συνέχει, σημειώνει: «Πρέπει η ψυχή στον ιερέα να είναι καθαρότερη και από αυτές τις ακτίνες του ήλιου, ώστε ποτέ να μην τον αφήνει έρημο το Πνεύμα το άγιο, για να μπορεί να λέει «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Κι αλλού: «Σαν φως που φωτίζει την οικουμένη, πρέπει να λάμπει η ψυχή του ιερέως».
Ο τονισμός αυτός της καθαρότητας και του φωτισμού οφείλεται στο γεγονός ότι ο ιερέας κλήθηκε από τον Θεό να είναι «οικονόμος των μυστηρίων Του», επιτράπηκε στους ιερείς, κατά τον λόγο και πάλι του αγίου Χρυσοστόμου, «να διοικούν τα ουράνια και έλαβαν εξουσία που ούτε στους αγγέλους ούτε στους αρχαγγέλους έδωσε ο Θεός». Γι’ αυτό και οι ιερείς «είναι το αλάτι της γης…Δεν πρέπει να είναι τόσο καθαρός στην ψυχή μόνο γιατί έχει αξιωθεί μίας τόσο μεγάλης διακονίας, αλλά να γνωρίζει όχι λιγότερο και όλα τα βιωτικά των ανθρώπων του κόσμου, να έχει απαλλαγεί δε από όλα, περισσότερο από τους μοναχούς που έχουν πάει στα όρη». Κι αυτά με ποιο σκοπό; Να μπορεί ορθά να βοηθήσει τους ανθρώπους προς ένταξή τους στη Βασιλεία του Θεού. Πώς θα το κατορθώσουν όμως χωρίς τον δικό τους προσωπικό τους αγιασμό; Χωρίς την εμπειρία από αυτούς του Πνεύματος του Θεού; Το χωρίο εν προκειμένω από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο είναι κατεξοχήν ενδεικτικό: «Καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι. Σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι. Γενέσθαι φως και φωτίσαι. Εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους. Αγιασθήναι και αγιάσαι».