Σελίδες

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Ο Άγιος Κοσμάς, Κήρυκας της Προσευχής

«Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5,17)

ΔΥΟ ΟΥΡΑΝΟΙ ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου. Ἕνας εἶνε ὁ φυσικός, αὐτὸς ποὺ βλέπουμε· καὶ ὁ ἄλλος, ἀπείρως ὡραιότερος, εἶνε ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ἔτσι ὀνομάζεται στὴν ὑμνολογία· «Οὐρανὸς πολύφωτος ἡ Ἐκκλησία…» (κοντ. 13ης Σεπτ.). Καὶ ὅπως στὸν φυσικὸ οὐρανὸ ὑπάρχει ἥλιος, σελήνη καὶ ἄστρα, ἔτσι καὶ στὴν Ἐκκλησία· ὑπάρχει ἕνας πνευματικὸς ἥλιος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὑπάρχει σελήνη, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος· ὑπάρχουν δὲ καὶ ἀστέρες, οἱ ἅγιοι.
Σήμερα στὸν οὐρανὸ τῆς Ἐκκλησίας ἀνέτειλε ἕνα ἀστέρι πρώτου μεγέθους, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Λάμπει μὲ τὴν ἀσκητική του ζωή, μὲ τὴ διδασκαλία του, μὲ τὰ θαύματά του, μὲ τὶς προφητεῖες του. Δὲν
θὰ μιλήσω τώρα γι᾿ αὐτά. Κάτι ἄλλο παρακαλῶ νὰ προσέξετε. Εἶνε τὸ ἑξῆς. Πῶς ἕνας ἄνθρωπος κατώρθωσε τόσο πολλὰ καὶ τόσο μεγάλα πράγματα; Είμαστε δέκα χιλιάδες παπᾶδες καὶ δεσποτάδες. Ἂν μᾶς μαζέψῃς ὅλους καὶ μᾶς στύψῃς, τὸ νυχάκι τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ δὲν φτειάνουμε. Γιατί; Τί εἶχε ἆραγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς; Ποῦ ὀφείλεται τὸ μεγαλεῖο καὶ τὸ ὕψος του; Εἶχε ἕνα ὅπλο ἰσχυρὸ καὶ ἀκαταμάχητο, τὸ ὁποῖο συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως μεταχειριζόταν στὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων. Σ᾿ ἐμᾶς τὸ ὅπλο αὐτὸ ἔχει σκουριάσει· δὲν τὸ μεταχειριζόμεθα. Εἶνε ἡ προσευχή. Ἦταν ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ ἐξετάσουμε.

* * *

Ὅταν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἦταν στὸ Ἅγιο Ὄρος, σηκωνόταν τὴ νύχτα καὶ προσευχόταν μετὰ δακρύων. Ὁλόκληρες νύχτες περνοῦσε στὴν προσευχή, σὰν τὸ Χριστό. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἡμέρα διαρκῶς προσευχόταν. Καὶ μιὰ φορά, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, ἄκουσε μυστικὴ φωνὴ ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ ποὺ τοῦ ᾿λεγε· Κοσμᾶ, φῦγε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος· πήγαινε κάτω στὸν κόσμο, ποὺ ἐκεῖ σταυρώνονται οἱ Χριστιανοί, μαρτυροῦν ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς· πήγαινε νὰ τοὺς παρηγορήσῃς, νὰ σφουγγίσῃς τὰ δάκρυά τους, νὰ κηρύξῃς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν μέσ᾿ στὸ σκοτάδι!… Καὶ ἔτσι ἔφυγε. Πῆρε τὴν εὐλογία τοῦ πατριάρχου, τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ πέταξε σὰν ἀετός. Ἦρθε μέσ᾿ στὸν κόσμο. Καὶ ἔζησε ἐκεῖ εκοσι (20) περίπου χρόνια. Καὶ μιμούμενος τὸν ἀπόστολο Παῦλο περιώδευσε. Τέσσερις (4) περιοδεῖες ἔκανε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τέσσερις καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Καὶ ποῦ δὲν κήρυξε!
Καὶ παντοῦ καὶ πάντοτε τί ὅπλο εἶχε; Τὴν προσευχή. Προσευχόταν. Κι ὅπου πήγαινε ἔστηνε ἕνα σταυρό· καὶ κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ κήρυττε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ κήρυγμά του εἶχε θαυμαστὰ ἀποτελέσματα, διότι τὸ συνώδευε μὲ προσευχὴ πρὸς τὸν Θεό. Τί ἔλεγε στὴν προσευχή του; Τὸ λέει ὁ διος·

Χριστέ μου, δὲν εἶμαι τίποτα. Δοῦλος σου εἶμαι, ἕνα μηδὲν εἶμαι· ἀλλὰ σὲ ἀγαπῶ, σὲ λατρεύω, σὲ πιστεύω. Σὲ παρακαλῶ, καθάρισέ μου τὴν καρδιά, καθάρισέ με ἀπὸ κάθε ἁμαρτία ψυχικῶς καὶ σωματικῶς. Καὶ σοῦ ζητῶ μιὰ χάρι ἀκόμα. (Τί ζητοῦσε ἆραγε; λεφτά, κτήματα, σπίτια; ἀκοῦστε·) Ὅπως, λέει, ἐσύ, Χριστέ μου, ἔχυσες τὸ αἷμα σου γιὰ μένα, ἀξίωσέ με κ᾿ ἐμένα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ ᾿σένα.

Πώ πω πω! Ἐμεῖς κοιτᾶμε νὰ σώσουμε τὴ ζωούλα μας· ἐκεῖνος ἦταν ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃ τὴ ζωή του γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ.

Προσευχόταν ὁ διος. Ἀλλὰ καὶ συνιστοῦσε σὲ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τὴν προσευχὴ ὡς ὅπλο. Παρακαλοῦσε, νὰ προσεύχωνται διαρκῶς, ἡ προσευχὴ νὰ εἶνε ὁ ἀχώριστος σύντροφός τους. Μοίραζε δὲ καὶ σταυρουδάκια. Ἦταν θερμὸς κήρυξ τῆς προσευχῆς.

Καὶ τέλος ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς προσευχές του. Ὅ,τι ζήτησε, τοῦ τὸ ἔδωσε. Τὸν πιάσανε οἱ Ἀγαρηνοί, τὸν ὡδήγησαν στὸ δικαστήριο,  καὶ τὸν καταδίκασαν εἰς θάνατον. Τὸν πήγανε δίπλα στὸ ποτάμι, στὸν Ἀῷο ποταμό, κ᾿ ἐκεῖ,  κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο στήσανε ἀγχόνη καὶ τοῦ εἶπαν· Ἐδῶ θὰ σὲ κρεμάσουμε. Ἐκεῖνος εἶπε· Σᾶς ζητῶ μιὰ χάρι· ἀφῆστε με λίγο νὰ προσευχηθῶ. Καὶ γονάτισε καὶ προσευχήθηκε. (Ὑπάρχει εἰκόνα αὐτῆς τῆς σκηνῆς μέσα στὸ βιβλίο ποὺ ἐξέδωκα). Μετὰ σηκώθηκε ὄρθιος ―δὲν ἦταν πλέον ἄνθρωπος, ἄγγελος ἦταν― καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς ψαλμικὰ λόγια· «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν» (Ψαλμ. 65,12). Τότε τοῦ πέρασαν τὴ θηλειά, καὶ μὲ τὸ πρῶτο τράβηγμα τοῦ σχοινιοῦ ἡ ψυχή του πέταξε.

Προσευχὴ λοιπὸν ἔκανε, προσευχὴ κήρυττε, καὶ μὲ προσευχὴ τελείωσε τὴ ζωή του.

* * *

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς συνιστᾷ σὲ ὅλους μας· Δὲν ξέρεις γράμματα; κράτα ἕνα κομποσχοίνι καὶ σὲ κάθε κόμπο λέγε· «Κύριε, ἐλέησον»· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διὰ τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀνάξιον δοῦλόν σου». Νὰ τὸ λὲς πάντοτε αὐτό, λέει.
Πρόλαβε ὅμως καὶ μία παρεξήγησι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Διότι δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ λέμε ἁπλῶς τὸ «Κύριε, ἐλέησον»· πρέπει νὰ τὸ λέμε μὲ πίστι. Διηγεῖτο λοιπὸν τὸ ἑξῆς σχετικό.

Ἦταν ἕνας βοσκός, καὶ λέει μιὰ μέρα στὸν πατέρα του· ―Πατέρα, βαρέθηκα νὰ βόσκω πρόβατα. Θὰ πάω κάτω στὸν κόσμο. Θέλω νὰ γίνω βασιλιᾶς. ―Βασιλιᾶς εἶσαι ἐδῶ, παιδί μου. Τὰ βουνά, τὰ λαγκάδια, τὰ δέντρα, τὰ πουλιὰ δικά σου εἶνε. ―Ὄχι, θὰ πάω. Καὶ ἄφησε τὸ μαντρί του. Περνώντας ἀπὸ ἕνα δάσος εἶδε μιὰ σπηλιά, καὶ μέσ᾿ στὴ σπηλιὰ ἕνα μάγο. Μπῆκε μέσα καὶ λέει στὸ μάγο· ―Θέλω νὰ μὲ κάνῃς βασιλιᾶ. Ἐκεῖνος εἶπε· ―Θὰ σὲ κάνω βασιλιᾶ, ἀλλὰ θὰ κάνῃς ὅ,τι σοῦ πῶ. Θὰ πᾷς στὸ τάδε μέρος, θὰ βγῇς τὴ νύχτα ἔξω στὸ νεκροταφεῖο, κι ὅταν τὸ ρολόι χτυπήσῃ δώδεκα ―γι᾿ αὐτὸ τὰ παλιὰ τὰ χρόνια σηκώνονταν τὰ μεσάνυχτα νὰ κάνουν προσευχή· διότι ὅλες τὶς ὧρες πειράζει ὁ σατανᾶς, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως πειράζει τὰ μεσάνυχτα― θὰ ῥίξῃς αὐτὸ τὸ χαρτὶ στὰ μνήματα. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ἀλλὰ μόλις τό ᾿ρριξε μαζεύτηκαν οἱ δαίμονες καὶ οὔρλιαζαν σὰν λύκοι. Αὐτὸς φοβήθηκε. Θυμήθηκε τὴ γιαγιά του ποὺ τοῦ ᾿λεγε· Παιδί μου, ἂν καμμιὰ φορὰ βρεθῇς σὲ κίνδυνο, νὰ κάνῃς τὸ σταυρό σου. Πράγματι κάνει τὸ σταυρό του, καὶ οἱ δαίμονες ἐξαφανίστηκαν. Πάει τὸ πρωῒ στὸ μάγο καὶ τοῦ λέει τί συνέβη. Ἀπαντᾷ ἐκεῖνος· ―Δὲν ξέρεις, ὅτι ἔτσι δὲν πιάνουν τὰ μάγια; Τώρα τί θέ᾿ς;  ―Θέλω, λέει, νὰ γίνω βασιλιᾶς. ―Ἄκου νὰ σοῦ πῶ τί θὰ κάνῃς. Θὰ πᾷς σ᾿ ἕνα μέρος, ὅπου μιὰ μάνα δουλεύει κ᾿ ἔχει ἀφήσει τὸ παιδί της κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο. Θὰ πλησιάσῃς τὸ παιδί, ποὺ εἶνε δύο χρονῶν νήπιο, θὰ τὸ σφάξῃς, θὰ πάρῃς τὴν καρδιά του ―καὶ σήμερα οἱ μάγοι τέτοια δὲν κάνουν;― καὶ ζεστὴ – ζεστὴ θὰ τὴ φέρῃς σ᾿ ἐμένα. Μετὰ θὰ ῥίξῃς πάλι τὸ χαρτὶ στὰ μνήματα. Πῆγε λοιπὸν αὐτός, βρῆκε ἕνα παιδάκι ἀθῷο, τὸ ἔσφαξε, πῆρε τὴν καρδούλα του καὶ τὴν πῆγε στὸ μάγο. Μετὰ πάει στὰ μνήματα καὶ πετάει τὸ χαρτί. Μαζεύτηκαν δαίμονες διπλάσιοι καὶ τριπλάσιοι. Ἀπὸ τὸ φόβο του ὁ βοσκὸς ἔκανε τὸ σταυρό του μιὰ φορά, μὰ οἱ δαίμονες δὲν φύγανε· δυὸ φορές, πάλι δὲν φύγανε· τρεῖς φορές, τίποτα· ἑκατό, διακόσες φορὲς ἔκανε τὸ σταυρό του, ἀλλὰ τώρα οἱ δαίμονες δὲν φεύγανε.

Προηγουμένως φεύγανε, τώρα γιατί δὲν φεύγανε; Εἶστε ἔξυπνοι καὶ καταλαβαίνετε. Γιατὶ τότε ὁ βοσκὸς ἦταν ἀθῷος· ἔπειτα ἔκανε τὸ ἔγκλημα, ἔβαψε τὰ χέρια του στὸ αἷμα.

Λοιπὸν τὸ «Κύριε, ἐλέησον» ἔχει δύναμι, ἐὰν είμαστε σύμφωνοι μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 7,21).

* * *

Γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐγὼ σᾶς συνιστῶ, ὅλοι νὰ κάνετε προσευχή. Αὐτὸ συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος· «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5,17). Τί θὰ πῇ τὸ «ἀδιαλείπτως»; Πάντοτε. Ἡ προσευχή, λέει ἕνας διδάσκαλος τοῦ εὐαγγελίου, νὰ εἶνε ὅπως τὸ ἁλάτι· ὅπως ὅλες τὶς τροφὲς τὶς ἁλατίζουμε, ἔτσι καὶ ἡ προσευχὴ νὰ ἁλατίζῃ κάθε πτυχὴ τῆς ζωῆς μας. Κ᾿ ἕνας ἄλλος ἅγιος λέει· «Μνημονευτέον Θεοῦ ἢ ἀναπνευστέον». Δηλαδή· ὅπου νὰ πᾶμε, κάθε στιγμὴ ἀναπνέουμε. Λίγο νὰ σταματήσῃ ὁ ἀέρας, πεθάναμε ὅλοι. Ὅπως λοιπὸν ἀδιαλείπτως ἀναπνέουμε τὸν ζωογόνο ἀέρα, ἔτσι καὶ ἀδιαλείπτως νὰ ζοῦμε μέσα στὴν προσευχὴ τοῦ Θεοῦ.
Προσευχὴ τὸ πρωΐ, προσευχὴ τὸ μεσημέρι, προσευχὴ τὸ βράδυ, προσευχὴ τὰ μεσάνυχτα. Προσευχὴ στὸ δρόμο, προσευχὴ στὴν ἐργασία, προσευχὴ παντοῦ. «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ἡ προσευχή, ὅταν συνοδεύεται μὲ πιστὸν βίον, μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησι, αὐτὴ ἡ προσευχὴ κάνει θαύματα.

Συνιστῶ λοιπὸν σὲ ὅλους, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τὸ «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Σιταριᾶς – Φλωρίνης 24-8-1989)