Σελίδες

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Ο Δημιουργός και Προνοητής Θεός! Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου (Ματθ. 6,22-33)

ΥΠΗΡΧΕ, ἀγαπητοί μου, ἐποχὴ ποὺ ὅ­λοι πί­στευαν. Ἄπιστος, ἄθεος, ἀλειτούργητος δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἕνας. Κι ἂν καμμιὰ φο­­ρὰ παρουσιαζόταν κανένας τέτοιος, οἱ ἄλ­λοι ἔ­κοβαν κάθε συν­αναστροφὴ μαζί του, οὔ­τε κα­λημέρα τοῦ ἔλεγαν, κι αὐ­τὸς ἀναγκαζόταν κ’ ἔ­φευγε ἀλλοῦ. Στὸν Πόντο λ.χ. καὶ γενι­κῶς στὸν ἑλληνισμό, ἂν βρισκόταν κανεὶς νὰ τολμήσῃ ν’ ἀνοίξῃ τὸ στόμα καὶ νὰ βλαστη­μήσῃ τὰ θεῖα, χίλια χέρια τὸν ἅρπαζαν καὶ τὸν ἔβαζαν στὴ θέσι του. Δὲν εἶχαν ἀνάγκη ἀ­­πὸ ἀ­στυνομία· φύλακες τῆς πατρῴας πίστεως ἦ­ταν ὁ ἴδιος ὁ λαός. Τὸ πιὸ μεγάλο ἔγκλημα ἐ­θεωρεῖτο τὸ νὰ εἶνε κανεὶς ἄπιστος. Καὶ τὸ Σωκρά­τη ἀ­κόμη γιατί τὸν κατεδίκασαν; διότι πίστεψαν τοὺς συκοφάντες του ὅτι εἶνε ἄθεος, κ’ ἔτσι τὸν ὑποχρέωσαν νὰ πιῇ τὸ κώνειο.
Τώρα ἡ ἀπιστία δὲν προκαλεῖ φρίκη. Σήμερα ποιό θεωροῦν σοβαρὸ ἔγκλημα; τὴν κλεψιὰ καὶ τὸ φόνο· αὐτὰ κρίνονται ἄξια τιμωρί­ας. Τώρα ἡ βλαστήμια, ἡ ἀπιστία κ’ ἡ ἀθεΐα διαδόθηκαν σὰν τὴ ψώρα· ἀπὸ τὶς πόλεις ἔφτασαν μέχρι τὰ βουνὰ κ’ οἱ ἄπιστοι εἶνε πολλοί.
Πρῶτα ἡ ἀπιστία ἀπειλεῖ τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους. Πᾶνε στὰ σχολεῖα καὶ στὰ πανεπιστήμια, ἀκοῦνε διάφορα πράγματα, καὶ γυρίζουν ἐπηρεασμένοι. Καὶ μετὰ ἀκοῦς νὰ σοῦ λένε, ὅτι «δὲν ὑπάρχει Θεός». Ἂν τοὺς ρωτήσῃς ―Γιατί δὲν ὑπάρχει Θεός; ἀπαντοῦν· ―Τὸ λέει ἡ ἐπιστήμη.

Ψέμα! Ἡ ἐπιστήμη δὲν λέει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Ἀντιθέτως, μεγάλοι ἐπιστήμονες τοῦ κόσμου (Ἀμερικανοί, Γάλλοι, Ἄγγλοι, ῾Ρῶ­σοι) ὁμολογοῦν τὴν πίστι τους στὸ Θεό. Στὴ Μόσχα, ὅπου βρέθηκε δική μας ἀντιπροσωπία κληρικῶν, συνάντησε σπουδαίους ἐπιστή­­μονες ποὺ εἶπαν· ―Κ’ ἐμεῖς πιστεύουμε! Δὲν εἶνε λοιπὸν ἡ ἐπιστήμη ἀντίθετη μὲ τὴν πίστι. Κ’ ἔρχεται ὁ ἀγράμματος τεντυμπόης, ποὺ δὲν ξέρει νὰ βάλῃ ἀκόμα τὴν ὑπογραφή του οὔτε νὰ συντάξῃ ἕνα ἔγγραφο τῆς προκοπῆς καὶ τρώει εἰς βάρος τῶν γονέων του, κι ἀνοίγει τὸ στόμα καὶ λέει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός.

Ἴσως ὅμως κάποιος μᾶς πῇ· Ἐγώ, γιὰ νὰ πιστέψω ὅτι ὑπάρχει Θεός, θέλω ἀποδείξεις.


* * *

Θὰ ἔπρεπε, ἀγαπητοί μου, ν’ ἀρχίσω ἀπὸ τώ­ρα, νὰ σᾶς κρατήσω μέχρι τὴ νύχτα, νὰ συνεχίσω νὰ σᾶς μιλάω ὅλη τὴν ἑβδομάδα, γιὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὄχι μία καὶ δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσερις ἀποδείξεις, ἀλλὰ χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια ἀποδείξεις ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Ὑπάρχει Θεός! Ποῦ τὸ βλέπουμε; Βγὲς ἔ­ξω στὴ φύσι, πήγαινε στὰ χωράφια, περπάτησε στοὺς κάμπους, ἀνέβα πάνω στὰ βου­νά, ῥίξε μιὰ ματιὰ τὴ νύχτα ψηλὰ στὸν οὐ­ρανὸ ποὺ λάμπουν χιλιάδες ἀστέρια, δὲς τὶς λίμνες, τὶς πηγές, τὰ ποτάμια, τὴ θάλασσα, τὰ ζῷα καὶ τὰ πουλιά, τὰ φυτὰ καὶ τὰ δέντρα, ὅ­λα τὰ ὡραῖα πράγματα ποὺ ὑπάρχουν. Ἕνα ἐρώτημα ἔρχεται ἀπὸ τὴν παρατήρησι ὅλου τοῦ σύμ­παντος· ποιός τὰ ἔκανε αὐτά; Μία ἀ­πάντησις ὑπάρχει, αὐτὴ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος· «Πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεός» (Ἑβρ. 3,4). Ἐ­ὰν μὲ πείσῃς ὅτι μιὰ ἐκκλησία φύτρωσε ἔτσι, ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ σπίτι σου ἢ τὸ καλύβι σου ἔ­γινε ἔτσι, ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ ἀεροπλάνο ἔ­γινε ἔ­τσι, ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ ρολόϊ ποὺ ἔ­χεις στὸ χέρι σου φύτρωσε στὰ χωράφια, τότε θὰ πεισθῶ ὅτι κι αὐτὸ τὸ τεράστιο σύμπαν πού ᾽νε ἕνα μεγάλο σπίτι, μιὰ πελώρια ἐκκλησία, ἕνα τέλειο μηχάνημα, φτειάχθηκε μόνο του. Ὁ Θεὸς τὸ ἔφτειαξε. Ἄρα ὑπάρχει.

Γιὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ μιλάει καὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει; Ἔχετε πίστι στὸ Θεό, λέει ὁ Χριστός. ῾Ρῖξτε μιὰ ματιά, «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ…» (Ματθ. 6,28). Δὲν εἶνε ἀ­νάγκη νὰ πᾶτε σὲ σχολεῖα καὶ πανεπιστήμια γιὰ νὰ διδαχθῆτε ὅτι ὑπάρχει Θεός. Πάρτε στὰ χέρια σας ἕνα στάχυ, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶνε γε­μᾶτος σήμερα ὁ κάμπος. Ἔτσι ἀδιάφορα τὰ βλέπουμε. Θά ᾽πρεπε νὰ τὰ βλέπουμε μὲ ἄλλο ἐνδιαφέρον. Ἀπὸ ποῦ προέρχονται ὅλα αὐτά; τὰ στάχυα, τὰ φυτά, τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα τὰ μεγάλα, ἀπὸ ποῦ βγῆκαν; Ὅλα βγῆκαν ἀπὸ ἕνα σπόρο. Καὶ ὁ σπόρος τὶς περισσότερες φορὲς εἶνε πολὺ μικρός· τόσο μικρός, ποὺ μέσα σ᾽ ἕνα κουτὶ ἀπὸ σπίρτα χωροῦν χιλιάδες σπόροι. Ἀπὸ ἕνα σπόρο βγαίνει βασιλικός, ἀπὸ ἄλλο βγαίνει κρίνος, ἀπὸ ἄλλο στάχυα, ἀπὸ ἄλλο πεῦκα πελώρια. Ἕ­νας σπόρος! Ποιός τὸν ἔφτειαξε; Ὅλη ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ, οὔτε θὰ μπορέσῃ, νὰ φτειάξῃ ἕνα σπόρο. Φτάνει ἕνας σπόρος νὰ σοῦ πῇ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀπορῶ, πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Θὰ ἔπρεπε τοὺς ἀπίστους καὶ ἀθέους, ἂν ὑπῆρχε τρόπος, νὰ τοὺς βάλουμε σ᾽ ἕνα πύρ­αυλο, νὰ τοὺς στείλουμε στὸ φεγγάρι καὶ τὰ ἄστρα. Ἐκεῖ ξεραΰλα· ποταμάκι δὲν τρέχει, λίμνη δὲν δροσίζει, θάλασσα δὲν ἁ­πλώνεται, ἀρνάκι δὲ βόσκει, πουλὶ δὲν κελαηδεῖ. Ὅλα ἐδῶ στὴ γῆ τά ᾽κανε ὁ Θεός, αὐτὸς εἶνε ὁ δημιουργός τους.

«Καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ…», εἶπε ὁ Κύριος. Γιά ἰδέστε πῶς στολίζονται τὰ δέν­τρα. Γυμνὰ εἶνε τὸ χειμῶνα· ἀλλὰ τὴν ἄνοιξι ποιός μὰ ποιός ῥάφτης τοὺς κάνει τόσο ὄ­μορ­φες φορεσιές; Καμμιά νύφη δὲν στολίστη­κε τόσο ὄμορφα ὅπως ἡ ἀμυγδαλιά. Ποιός δὲν θαύμασε τὰ λευκά της ἄνθη; Κι ὅλα τὰ δέν­τρα ἔχουν τὶς φορεσιές τους, τὶς ὄμορφες φορεσιὲς ποὺ τοὺς δίνει ἡ θεία πρόνοια.

῾Ρῖξτε ἀκόμη, λέει ὁ Κύριος, ἕνα βλέμμα στὰ «πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ» (ἔ.ἀ. 6,26). Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ ποῦ κατοικοῦν, πῶς φτειάχνουν τὶς φωλιές τους. Κοιτάξτε τὶς κινήσεις τους. Τὰ βλέπεις πῶς μετα­ναστεύουν; Πρὶν τὸ φθινόπωρο τὰ χελιδόνια ἀναχωροῦν, διανύουν χιλιόμετρα, χωρὶς πυξί­δες καὶ χάρτες, καὶ πᾶνε τόσο μακριά. Ποιός τὰ ὁδηγεῖ; Καὶ τοῦ χρόνου τὸ καλοκαίρι νάτα πάλι στὴν ἴδια φωλιά. Ποιός τὰ κατευθύνει;

Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ δημιουργήματα ποὺ ὑπάρχουν στὸν φυσικὸ κόσμο διδάσκουν, ὅτι ὑ­­πάρχει Θεός. Ἐκεῖνος εἶνε ὁ δημιουργὸς ποὺ τὰ ἔφερε στὴν ὕπαρξι, ἀλλὰ εἶνε καὶ ὁ προ­νοητὴς ποὺ τὰ συντηρεῖ. Αὐτὸ μᾶς λέει ὁ Κύριος σήμερα. Ὁ Θεὸς φροντίζει γιὰ ὅλα· γιὰ τὰ μυρμήγκια, γιὰ τὶς μέλισσες, γιὰ τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ, γιὰ τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ τὰ ζῷα τῆς ξηρᾶς καὶ τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης.

Τὸ συμπέρασμα. Ἐὰν φροντίζῃ γιὰ ἕνα μυρ­μήγκι ―καὶ φροντίζει πράγματι―, ἂν φροντί­ζῃ γιὰ ἕνα πουλί, γιὰ ἕνα κρίνο, ἀπείρως περισσότερο φροντίζει γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶνε ἡ κορυφαία ἀξία, τὸ ἐπιστέγασμα τῆς θείας δημιουργίας. Φροντίζει ὁ Θεός, γι’ αὐτὸ κι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνη.

Πράγματι ὅλα τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ εἶνε. Σκέψου λ.χ. τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέεις. Πάνω στὸ φεγγάρι δὲν ὑπάρχει ἀέρας· οἱ ἀστροναῦ­τες ἀνέπνεαν μὲ φυάλες ὀξυγόνου, καὶ ἔ­τρεμαν μήπως σπάσῃ ἡ φιάλη ποὺ εἶχαν μαζί τους καὶ φύγῃ ὁ ἀέρας. Ἀέρας στὸ φεγγάρι δὲν ὑπάρχει, ἐδῶ στὴ γῆ πνέει ἀέρας δροσε­ρός. Ἐδῶ ὁ ἥλιος φωτίζει, ἐδῶ νερὰ τρέχουν, ἐδῶ ποταμοὶ δροσίζουν, ἐδῶ ζῷα, ἐδῶ πουλιά, ἐδῶ ὅλα τὰ ἀγαθά. Δὲν ὑπάρχει ἀλλοῦ ζωή, θεωρεῖται πλέον βέβαιο αὐτὸ. Ἀμέτρητα ἄστρα ὑπάρχουν, κανένα ὅμως δὲν εἶνε ἐ­φωδιασμένο μὲ τὰ ἀπαιτούμενα γιὰ τὴ ζωή.

Ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος ἀναπνέει τὸν ἀέρα καὶ ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθὰ χωρὶς εὐγνωμοσύνη. Κάθεται στὸ τραπέζι κι ὄχι μόνο δὲν κάνει σταυρὸ ἀλλὰ καὶ βλαστημάει τὸ Θεό. Ἀλλὰ θὰ ᾽ρθῇ ὥρα ―προφητεύω― ποὺ θὰ πει­νάσουμε καὶ θὰ διψάσουμε. Θὰ στερέψουν οἱ βρύσες, θὰ ξεραθοῦν τὰ ποτάμια, καὶ τότε σὰν τὰ λυσσασμένα σκυλιὰ θὰ τρέχουμε στὶς ῥεματιὲς νὰ βροῦμε λίγο νερό. Θὰ ἀδειάσουν οἱ πόλεις. Ὅ,τι γράφει ἡ Ἀποκάλυψις, θὰ γίνῃ.

Φύγαμε δυστυχῶς μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό, δὲν πιστεύει κανείς. Κ’ ἐσεῖς ἀκόμη, γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια, ἔχετε ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες. Καὶ λέτε μέσα σας· Ἔ τώρα τί λέει αὐτὸς ὁ παπᾶς, αὐτὸς ὁ δεσπότης!… Ὄχι τί λέω ἐ­γώ. Ἐὰν ἐμεῖς σιωπήσουμε, καὶ οἱ πέτρες ἀ­κόμα ποὺ πατοῦμε καὶ τὰ βουνὰ θὰ φωνάξουν, ὅτι ὑπάρχει Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, δημιουργὸς καὶ προνοητὴς ὅλων.

* * *

Ποιά συγγένεια, ἀγαπητοί μου, ποιά σχέ­σι ἔχουμε ἐμεῖς μὲ τοὺς πιστοὺς προγόνους μας, μὲ τοὺς ἀληθινοὺς ἐκείνους Χριστιανούς; Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα μᾶς διδάσκει, νὰ ἔχουμε πίστι στὸ Θεό. Ὅλα μιὰ μέρα θὰ σβήσουν, αὐτὸ εἶνε βέβαιο· καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν, καὶ τὰ ποτάμια θὰ ξεραθοῦν, καὶ ἡ γῆ θὰ γίνῃ ἄνω-κάτω, καὶ ὁ ἥλιος θὰ σκοτεινιά­σῃ, καὶ τὸ φεγγάρι θὰ ἐξαφανιστῇ, καὶ τὰ βασίλεια θὰ διαλυθοῦν, καὶ τὰ μεγάλα ἔθνη, ποὺ εἶνε ἔνοχα γιὰ ἀδικίες εἰς βάρος τῶν μικρῶν ἐθνῶν, θὰ συντριβοῦν, καὶ οἱ μεγάλες πολιτεῖες θὰ καταστραφοῦν. Ἕνα πρᾶγμα μένει· Ἰησοῦς Χριστὸς Θεοῦ Υἱὸς Σωτήρ. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του  Ἁγιου Γεωργίου Σπηλιᾶς – Ἑορδαίας 4-7-1976)