Σελίδες

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Η Τρίχα

Ἕνας ἄνθρωπος εἶχε ὡραῖα καί πλούσια μαλλιά. Κάθε πρωΐ τά χτένιζε μέ προσοχή. Καί τά καμάρωνε! Ὅμως, κάποια στιγμή τά μαλλιά του ἄρχισαν νά πέφτουν! Ὄχι βέβαια ὅλα μαζί! Λίγες τρίχες κάθε φορά. Μέ ἀποτέλεσμα: Ὅλο καί λιγόστευαν. Ἔτσι μετά ἀπό λίγο καιρό, ἄρχισε νά φαίνεται ἡ φαλάκρα του. Καί τέλος τά μαλλιά του ἔπεσαν ὅλα! Καί ὁ ἄνθρωπός μας ἔμεινε μέ μία μόνο τρίχα στό κεφάλι του. Καί γιά νά παρηγορῆται, αὐτήν τήν μία τρίχα, κάθε πρωΐ τήν «χτένιζε» μέ θρησκευτική εὐλάβεια!

Μιά ἡμέρα ὅμως... ἔγινε τό κακό! Μόλις ἔβγαλε τό καπέλλο του, τί νά ἰδῆ! Ἡ μοναδική τρίχα τῆς κεφαλῆς του εἶχε μείνει μέσα. Κολλημένη στό καπέλλο! Κούνησε τό κεφάλι του πικραμένος. Καί εἶπε:
-Τί ἔπαθα! Ἔμεινα φαλακρός!
Θά ἀπορεῖτε. Μά δέν ἔβλεπε τήν φαλάκρα του τόσον καιρό;
Τήν ἔβλεπε. Ἀλλά τοῦ ἄρεσε νά ἔχει μαλλιά. Καί ἔτσι καλλιεργοῦσε μέσα του τήν ψευδαίσθηση ὅτι ἔχει μαλλιά. Ἔστω καί ἄν αὐτά τά μαλλιά ἦσαν μία μόνο τρίχα!
Ἴσως γελάμε εἰς βάρος του. Ἀλλά γιατί; Μήπως τό ἴδιο δέν κάνουν καί οἱ σημερινοί ἄνθρωποι; 
Ἀδιαφοροῦν οἱ γονεῖς γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν τους. Καί λοιπόν; Ὅταν οἱ νεαροί βλαστοί τους στά δεκαοκτώ τους χρόνια γίνουν ναρκομανεῖς, ὑψώνουν οἱ γονεῖς φωνή ἀπογνώσεως: 
-Γιατί Θεέ μου; Ὅλα πήγαιναν καλά. Τό παιδί μεγάλωνε φυσιολογικά! Πήγαινε ὅπου ἤθελε. Διασκέδαζε ὅπως ἤθελε.
Ἀλήθεια ὅμως. «Πήγαιναν ὅλα καλά»; Ἤ ἁπλῶς αὐτοί ἀγαπώντας τό παιδί τους ἔμοιαζαν μέ τόν γέρο, πού καλοχτένιζε τίς λίγες τρίχες πρῶτα καί τήν μία καί μοναδική στό τέλος, δίνοντας κουράγιο καί παρηγοριά στόν ἑαυτό του, ὅτι εἶχε μαλλιά;
 Δυστυχῶς, τά μάτια μας ἀνοίγουν μόνο:
 -ὅταν τό κακό προχωρεῖ τόσο πού δέν μᾶς ἐπιτρέπει πιά, νά τά κλείνωμε· καί νά βλέπωμε νοερά ψεύτικους κόσμους ὄμορφους!
Καί λοιπόν;
Λοιπόν χρειαζόμαστε κατεπειγόντως «ἐπέμβαση» στό μυαλό! Γιά διόρθωση. Καί θεραπεία. Πῶς θά γίνει;
 Νά, ὁ ἄνθρωπος προχωράει πάντοτε σιγά-σιγά. Ἀπό τά μικρά πάει στά μεγάλα. Αὐτό τό εἶχε καταλάβει πολύ καλά ἕνα δεκαπεντάχρονο παλληκάρι ὁ Ἰωάννης ἀπό τήν Μονεμβασία. Βρέθηκε μέ τή μάνα του αἰχμάλωτος σ᾿ ἕνα Τοῦρκο. Καί βάλθηκε ὁ ἀγᾶς νά τόν τουρκέψει. Καί ὅταν ἔφθασε ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου, ὁ Τοῦρκος δέν τοῦ ἔδινε νηστίσιμα φαγητά, γιά νά χαλάσει ὁ νέος τήν νηστεία τῆς Παναγίας. Καί νά ἀρχίσει νά γίνεται πλαδαρή ἡ συνείδησή του. Ἀλλ᾿ ὁ Ἰωάννης δέν ὑποχώρησε· δέν κάμφθηκε. Ἔμεινε δυό καί τρεῖς μέρες νηστικός. Ἡ μητέρα του τοῦ ἔλεγε:
 -Φάγε, παιδάκι μου! Νά μήν πεθάνεις. Ὁ Θεός συγχωρεῖ! Ἀφοῦ δέν τό κάνεις μέ τήν θέλησή σου. Ἄφησε προσωρινά τήν νηστεία. Εἶναι μικρό πρᾶγμα. Τήν πίστη νά μήν χάσωμε. Αὐτή εἶναι τό μεγάλο!
 -Τί λές μάνα! Ἄν δέν κρατοῦμε τά μικρά, πῶς θά κρατήσουμε τά μεγάλα;
Μπορεῖς νά μήν θαυμάσεις τήν σοφία τοῦ μικροῦ Ἰωάννη;
Μπορεῖς νά μήν λυπηθῆς, γιά ἐκείνους πού ἔχουν τετραπλάσια τά χρόνια του, ἀλλά οὔτε τό μισό μυαλό του;
Μετά ἀπό λίγο ὁ ἀγᾶς θανάτωσε τόν Ἰωάννη (21 Ὀκτωβρίου 1773). Καί ἔτσι ἔγινε νεομάρτυς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλος ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.

Μηνιαίο Περιοδικό Ι.Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης Αρ. Φύλλου 339 Οκτώβριος 2011      
«Η ΤΡΙΧΑ» του Αρχιμ. Ν. K