Σελίδες

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Στο Λουτρό. Συμβουλές από το Μητροπολίτη Αυγουστίνο Καντιώτη


ΗΤΑΝ, ἀγαπητό μου παιδί, ἦταν ἐποχή, ποὺ δὲν εἶχες ὄνομα. Ἄν εἶσαι ἀγόρι, σὲ φώναζαν μπέμπη˙ ἄν εἶσαι κορίτσι, σὲ φώναζαν μπέμπα. Ἀλλʼ ἦρθε μιὰ ἅγια μέρα, ποὺ πῆρες ὄνομα χριστιανικό, τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἑκατομμύρια ἁγίων καὶ μαρτύρων τοῦ χριστιανισμοῦ, κι ἀπὸ τότε ὀνομάζεσαι Δημήτριος, Νικόλαος, Κωνσταντῖνος, Γεώργιος, Ἰωάννης…, ἤ, ἄν εἶσαι κορίτσι, Μαρία, Ἀννα, Αἰκατερίνη, Βαρβάρα, Παρασκευή… Ἀπὸ ἀνώνυμος ἔγινες ἐπώνυμος. Γράφτηκες στὸ μητρῶο τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν καὶ σὰν παιδὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀπολαμβάνεις ὅλες τὶς εὐλογίες τοῦ Χριστοῦ.
Ποιά εἶνε ἡ μέρα ποὺ πῆρες τὸ χριστιανικὸ ὄνομα; Εἶνε ἡ μέρα τοῦ ἱεροὺ μυστηρίου τοὺ βαπτίσματος. Ἐσὺ τότε ἤσουν πολὺ μικρὸ παιδί, νήπιο, ποὺ δὲν καταλάβαινε τὶ γίνεται γύρω του. Ἀλλὰ οἱ γονεῖς καὶ οἱ συγγενεῖς θυμοῦνται τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς βαπτίσεώς σου. Ἄν τοὺς ρωτήσης, θὰ μάθης ὅτι τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὸ σπίτι ἔλαμπε ἀπὸ χαρά. Ἡ μητέρα σὲ πῆρε στὴν ἀγκαλιά της, σὲ πῆγε στὴν ἐκκλησία. 
Στήθηκε στὴ μέση τῆς ἐκκλησίας ἡ ἱερὰ κολυμβήθρα, καὶ ἕνας ταπεινὸς ἱερεὺς ἔκανε τὸ σταυρό του, φόρεσε πετραχήλι, εῑπε τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοὺ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος...» καὶ ἄρχισε ἡ ἀκολουθία τοῦ βαπτίσματος, ποῦ εἶνε μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες ἀκολουθίες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὕστερα ἀπὸ διάφορες εὐχὲς ὁ ἱερεὺς σὲ πῆρε στὰ δικά του χέρια καὶ λέγοντας «Βαπτίζεται ὁ δούλος (ἤ ἡ δούλη) τοῦ Θεοῦ… εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος» σὲ βύθισε στὸ ἁγιασμένο νερὸ καὶ σὲ ἀνέσυρε τρεῖς φορές.
̶ Μὰ, θὰ ρωτήσης, ποιά ἡ ἀνάγκη νὰ γίνη τὸ βάπτισμα; Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ λένε ὄτι δὲν πρέπει νὰ βαπτίζωνται τὰ νήπια, γιατὶ δὲν ἔχουν ἁμαρτίες.
Ναί, παιδί μου, δὲν ἔχουν ἀμαρτίες, δικές τους ἀμαρτίες, ὅπως ἔχουν οἱ μεγάλοι. Ἀλλὰ κάθε νήπιο, κάθε ἄνθρωπος ποὺ γεννιέται στὸν κόσμο, φέρνει μαζί του τὴν ἁμαρτία, τὴν ἑνοχὴ τοῦ πρώτου ἐκείνου ἁμαρτήματος ποὺ διέπραξε ὁ ἄνθρωπος καὶ ποὺ ὀνομάζεται π ρ ο π α τ ο ρ ι κ ὸ ἁ μ ά ρ τ η μ α. Αὐτὴ ἡ ἐνοχὴ κάνει τὸν ἄνθρωπο ἀμαρτωλό, καὶ ὁ ἄνθρωπος, κάθε ἄνθρωπος, ἔχει ἀνάγκη νὰ καθαριστῆ. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοὺ εἶνε μαύρη σὰν τὰ φτερὰ τοῦ κόρακα. Μὲ τὸ βάπτισμα ὅμως ἡ ψυχὴ πλένεται καὶ καθαρίζεται μὲ τὴ δύναμι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο νερὸ τῆς κολυμβήθρας ἄσπρη σὰν τὸ περιστέρι. Μιὰ μεγάλη μεταβολὴ γίνεται στὸν ψυχικὸ κόσμο, ποὺ δὲν φαίνεται στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ φαίνεται στὰ μάτια τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Τὸ παιδὶ τῆς ἁμαρτίας γίνεται παιδὶ τῆς χάριτος, παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Γιʼ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τὸ βάπτισμα τὸ ὀνομάζει τὸ «λουτρὸν παλιγγενεσίας» δηλαδὴ ἑνα λουτρὸ ποὺ ἔχει τὴ θαυμαστὴ ἱκανότητα νὰ παίρνη τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, τὸ φθαρμένο αὐτὸ καὶ ἀκάθαρτο σκεῦος, καὶ νὰ τὸν κάνη νέο ἄνθρωπο, σκεῦος πολύτιμο καὶ ἐκλεκτὸ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας.
Μόλις τὸ παιδὶ βαπτισμένο ἀπὸ τὴν ἱερὰ κολυμβήθρα, τὸ ντύνουν μἐ ἕνα λευκὸ χιτῶνα, μὲ ἕνα ἄσπρο ρουχαλάκι, ποὺ κάνει νὰ φαίνεται τὸ παιδὶ σὰν ἄγγελος τοῦ Θεοῦ. Ὁ λευκὸς αὐτὸς χιτώνας σημαίνει, ὅτι αὐτὸς ποὺ βαπτίσθηκε εἶνε πιὰ καθαρὸς ἀπὸ κάθε εἴδους ἀμαρτία καὶ ὅτι στὸ ἐξῆς πρέπει νὰ προσέχη γιὰ νὰ μὴ μολύνη τὸν ἐαυτό του μὲ ἀμαρτίες. Νὰ προσέχη, ὅπως προσέχει τὸ παιδὶ ἐκεῖνο ποὺ οἱ γονεῖς του τὸ ἔντυσαν μὲ μιὰ ἀκριβὴ στολή˙ τὸ παιδὶ αὐτὸ δὲν πηγαίνει σὲ μέρη ἀκάθαρτα, γιὰ νὰ μὴ λερώση τὴ λαμπρή του ἐνδυμασία.
Ἔνδυμα, ροῦχο, ἐκεῖνου ποὺ βαπτίσθηκε εῑνε πλέον ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς στὴ γλῶσσα. Ὁ Χριστὸς στὰ μάτια. Ὁ Χριστὸς στʼ αὐτιά. Ὁ Χριστὸς στὰ χέρια. Ὁ Χριστὸς στὰ πόδια. Ὁ Χριστὸς στὴν καρδιά. Ὁ Χριστὸς παντοῡ. Γιʼ αὐτὸ καὶ ὅταν βγῆ τὸ παιδὶ ἀπὸ τῆν κολυμβήθρα, ἡ Ἐκκλησία ψάλλει˙ «σοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούϊα».
* * *
Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα˙ Ὑπάρχει παιδί, ποὺ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βαπτίσθηκε μέχρι τώρα ποὺ μεγάλωσε κατώρθωσε νὰ διατηρήση τὸ χιτῶνα τοῦ ἱεροῦ βαπτίσματος καθαρὸ καὶ ἀμόλυντο;
Γιὰ νʼ ἀπαντήση ἕνα παιδί, ὅτι διατήρησε τὸ χιτῶνα καθαρὸ καὶ ἀμόλυντο, ὅπως τὸν πῆρε τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματος, πρέπει μὲ τὴ γλῶσσα νὰ μὴν έχει κάνει καμμιὰ ἀμαρτία, μὲ τὰ μάτια νὰ μὴν εἶδε τίποτα τὀ αἰσχρό, μὲ τʼ αὐτιὰ νὰ μὴν ἄκουσε πράγματα ἀκάθαρτα ποὺ μολύνουν τὴν ἀκοή, μὲ τὰ χέρια νὰ μὴν ἔκλεψε, νὰ μὴ χτύπησε, νὰ μὴν ἔκανε τίποτα κακό, μὲ τὰ πόδια νὰ μὴν ἔτρεξε σὲ τόπους ἀμαρτωλούς, μὲ τὸ μυαλὸ καὶ μὲ τὴν καρδιὰ νὰ μὴ σκέφτηκε καὶ νὰ μὴν ἐπιθύμησε τὸ πονηρό. Ἐὰν ὑπάρχη τέτοιο παιδί, τότε θὰ ποῦμε ὅτι τὸ παιδὶ αὐτὸ διατήρησε τὸ χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος καθαρὸ καὶ ἄσπιλο. Τἰ λέτε, παιδιά μου, ὑπάρχειτέτοιο παιδὶ στὸν κόσμο; Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Χριστό, κανένα ἄλλο τέτοιο παιδὶ δὲν ὑπάρχει.
Ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ παιδιὰ ἔχουν ἁμαρτήσει μὲ διάφορες ἀμαρτίες, ἔχουν λερώσει τὸ χιτῶνα τοῦ ἱεροῦ βαπτίσματος. Ὤ πόσο βρωμερὴ καὶ ἀκάθαρτη εἶνε ἡ ψυχή! Καὶ λοιπὸν τὶ θὰ κάνουμε, τὶ πρέπει νὰ γίνη;
Νὰ τὶ πρέπει νὰ γίνη. Τώρα, ποὺ πλησιάζουν οἱ ἅγιες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τῶν σεπτῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, καὶ οἱ χριστιανοὶ θέλουμε μὲ λαμπρή στολὴ νὰ ὑποδεχτοῦμε τὸν Ἐσταυρωμένο, τὸν ὡραῖο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει κʼ ἐμεῖς νὰ ποῦμε˙ «Λάμπρυνον μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με».
Ὑπάρχει ὅμως τρόπος, ἡ ψυχὴ νὰ καθαριστῆ καὶ πάλι καὶ τὸ ἔνδυμα της νὰ ξαναγίνη καθαρὸ καὶ λαμπρό; Ὑπάρχει, δόξα τῶ Θεῶ!
Ἡ Ἐκκλησία μας, γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ μετὰ ἀπὸ τὸ βάπτισμα ἔχουν ἀμαρτήσει καὶ αἰσθάνονται τὸν ἑαυτό τους;ἐλεεινὸ καὶ ἀκάθαρτο, ἔχει μιὰ δεύτερη κολυμβήθρα. Καὶ αὐτὴ εἶνε τὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως.
* * *
Παιδί μου! Ἔλαμπες σὰν τὸν ἥλιο ὅταν βαπτίσθηκες. Ἤσουν καθαρὸ σὰν τὸ χιόνι. Ἀλλὰ ὕστερα ἅμάρτησες. Ἄμάρτησες πολλές φορές. Καὶ τώρα ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ λουτρό, λουτρὸ πνευματικό. Καί, ὅπως ἀγαπᾶς τὴν καθαριότητα τοῦ σώματος καὶ τακτικὰ κάνεις λουτρὸ καὶ καθαρίζεσαι, ἔτσι νʼ ἀγαπᾶς καὶ τῆν καθαριότητα τῆς ψυχῆς. Τώρα ποὺ πλησιάζουν οἱ ἅγιες ἡμέρες, νὰ τρέξης στὴν ἱερὰ ἐξομολόγησι, νὰ πλυθῆς καὶ νὰ καθαριστῆς, νὰ λάμψης πάλι σὰν τὸν ἥλιο καὶ νὰ γίνης καθαρὸ σὰν τ[ο χιόνι. Δύναμι ἔχει τὸ νερὸ τῆς κολυμβήθρας νὰ καθαρίζη τὴν ψυχή, ἀλλὰ δύναμι ἔχουν καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας.
Ὕστερα ἀπὸ τὴν εἰλικρηνῆ ἐξομολόγησι ποὺ θὰ κάνης, θὰ νιώθης μιὰ ἀνείπωτη χαρὰ μέσα σου καὶ θὰ τραγουδᾱς μὲ κατάνυξι τὸ ὄμορφο ἐκεῖνο τραγούδι˙
  • «Δὲς τὰ κρίνα πέρα μέσʼ στὸν κάμπο
  • πως ἀνθίσουν καὶ μοσχοβολοῦν.
  • Μοιάζει ἡ ζωή μας μὲ τὸ κρίνο,
  • ποὺ τὸ πρωῒ ἀνθεῖ γιὰ λίγο
  • καὶ τὸ βράδυ ἔχει μαραθῆ.
  • Πόσο σύντομη εἶναι ἡ ζωή!
  • Δὲς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ πίστι.
  • Εἶνε τοὺ Θεοὺ ὁ μόνος Γυιός,
  • ποὺ ʼρθε στὴ ζωὴ νὰ μᾶς λυτρώση
  • καὶ τὴ χαρὰ σʼ ὅλους νὰ δώση.
  • Ναί, μὲ τὸ Χριστὸ μέσʼ στὴν ψυχὴ
  • πόσο ὄμορφη εἶνε ἡ ζωή!».
Μὲ πατρικὴ ἀγάπη
Ὁ πνευματικός σου πατέρας

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

Από το βιβλίο του “Βόσκε τα αρνία μου»