Σελίδες

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Η Αιώνιος ζωή. Το Ευαγγέλιο της Κυριακής


Κυριακὴ ΙΓ΄Λουκᾶ (Λουκ. 18,18-27

«Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» (Λουκ. 18,18)

Ενας, ἀγαπητοί μου, λέει τὸ σημερινὸ εὐαγ­γέλιο, ἕνας ἄνθρωπος ἔρχεται στὸ Χριστό. Εἶνε νέ­ος (βλ. Ματθ. 19,22), εἶνε ὑγιής, εἶνε «πλούσι­ος», εἶνε ἀκόμη «ἄρ­χων» (Λουκ. 18,23,18). Τέσσερα ἀ­γαθά, ποὺ τόσο τὰ θαυμάζουν οἱ ἄνθρωποι, συγ­κεν­τρωμένα σ᾽ ἕνα πρόσωπο. Τί ἄλλο ἤθελε; Ὑ­γεία εἶχε, νιᾶτα εἶχε, πλούτη εἶχε, ἀξίωμα εἶ­χ­ε. Ἐν τούτοις δὲν ἦταν ἱκανοποιημένος. Μέσα του κάτι τὸν ἀπασχολεῖ κ᾽ ἕνα ἐρώτημα ἔρ­χεται στὰ χείλη του· «Τί νὰ κάνω;…» (ἔ.ἀ.).
Θυμηθῆτε· τὸ ἴδιο ἐρώτημα ἀκούσαμε κι ἀ­πὸ τὸ στόμα ἑνὸς ἄλλου πλουσίου, τοῦ ἄφρονος πλουσίου (βλ. Λουκ. 12,17), ἐρώτημα ποὺ ἐκφράζει καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς πλουσί­­ους, ἀ­φοῦ κι αὐτοὶ μεριμνοῦν γιὰ ἐπίγεια πλού­τη.
Ἀλ­λὰ τὸ «τί νὰ κάνω;» τοῦ πλουσίου τοῦ σημε­ρινοῦ εὐαγγελίου διαφέρει πολὺ ἀπὸ τῶν ἄλλων. Ἐκεῖνοι ἀγωνιοῦν γιὰ μικρὰ καὶ ἀ­σήμαντα πράγματα. Αὐτὸς ἐνδιαφέρεται καὶ ἐ­ρω­τᾷ γιὰ κάτι μεγάλο. Ὁ πόθος του εἶνε ἡ αἰώνιος ζωή.
Αἰώνιος ζωή, κόλασι καὶ παράδεισος!… τί εἶν᾽ αὐτά; μπορεῖ νὰ ποῦν κάποιοι μον­τέρ­νοι κύρι­οι· ἄκου ἐκεῖ «αἰώνιος ζωή», λόγια ἀνοήτων!… Καὶ ὅμως, ἀγαπη­τοί μου, ἡ αἰώνιος ζωὴ ὑπάρχει. Ὑπάρχει; Μὰ ἔχετε ἀποδείξεις; Βεβαίως ἔχουμε. Ποιές ἀ­πο­δείξεις; Δὲν θὰ κάνουμε ἐδῶ φιλοσοφικὴ ἢ ἱστορικὴ ἢ ψυχολογικὴ κ.λπ. διάλεξι· συνοπτικῶς λέμε τὰ ἑξῆς.

* * *

Ἐὰν ἀνοίξετε τὴν παγκόσμιο ἱστορία, ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες, ἀ­πὸ τὰ βάθη τῆς ἀρχαιότητος μέχρι σήμερα, τὰ εὑρήματα τῶν ἀνασκαφῶν, τὰ μνημεῖα καὶ οἱ τάφοι, ὅπως καὶ αὐ­τὸς ποὺ βρέθηκε στὴ Βεργίνα, μὲ τὶς ἐπιγρα­φὲς καὶ τὰ ἀντικεί­μενα ποὺ περιέχουν, μαρτυροῦν τὴν κοινὴ πε­ποίθη­σι τῶν λαῶν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ζῇ καὶ πέρα τοῦ τάφου. Ὅλοι πιστεύουν, ὅτι ὁ ἄν­θρωπος δὲν εἶ­νε σὰν τὸ ζῷο, ποὺ ψοφᾷ κι ἀφοῦ τὸ σῶμα του ἀποσυντεθῆ δὲν μένει τίποτα ἀπὸ τὴν ὕπαρξί του. Ὁ ἄν­θρωπος ἔχει ψυχὴ ἀθάνατη, ζῇ αἰωνίως.
Ἐὰν ἀφήσουμε τὴν ἱστορία καὶ ἐρευνήσου­με τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη, τὸ ἴδιο θὰ δοῦμε. Ἂν ρωτήσουμε ὄχι κάποιους δῆθεν ἐ­πιστήμονες τῶν ἡ­μερῶν μας, ποὺ ἀφ᾽ ὅτου πῆραν ἕνα δίπλωμα ἔκλεισαν τὰ βιβλία καὶ παίζουν μπιλιάρδο καὶ χαρτιά, ἀλλ᾽ ἐκείνους ποὺ οἱ κρόταφοί τους ἄσπρισαν στὴ μελέτη, καὶ ἂν ρωτήσουμε μεγάλους φιλοσόφους ὅ­πως ὁ Σωκράτης ὁ Πλάτων ὁ Ἀριστοτέλης, ἂν τοὺς θέσουμε τὸ ἐρώτημα «ὑπάρχει αἰώνιος ζωή;» θὰ μᾶς ἀπαντήσουν· ὑπάρχει!

Ἡ ἱστορία ἀπαντᾷ ναί, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ φιλοσοφία ἀπαντοῦν ναί. Ἂν ρωτήσουμε καὶ τὴν ψυχολογία, κι αὐτὴ ἀπαντᾷ ναί. Ἡ ψυχολογία, ὄχι τῆς ἐπιφανείας ἀλλὰ τοῦ βάθους, λέει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε καὶ ὑλικὸ ὄν, εἶνε καὶ οἰ­κονομικὸ ὄν, εἶνε καὶ ἐμπορικὸ ὄν, εἶνε καὶ κοινωνικὸ ὄν· εἶνε πολύπλευρος καὶ πολυ­δι­άστατος. Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ ψυχολογία λέει ἀ­κόμη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε μεθοριακὸ ἢ μεταφυσικὸ ὄν. Τί θὰ πῇ αὐτό; Ὅπως ἐδῶ στὰ σύνορα ἔχουμε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὴν ἀγ­απημένη καὶ μαρτυρική μας πατρίδα κι ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸ ξένο ἔδαφος, εἴμαστε δηλαδὴ στὴ μεθόριο δύο κρατῶν, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὰ σύνορα δύο κόσμων. Ὁ ἕνας εἶνε ὁ ἐπίγειος κόσμος κι ὁ ἄλλος εἶνε ὁ ἐπέκεινα, ὁ πέρα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Καὶ ὁ ἄνθρωπος μετέχει καὶ τῶν δύο.

Ἀλλά, ἀδελφοί μου, γιατί νὰ ρωτοῦμε τοὺς ἐπιστήμονες ἱστορικοὺς φιλοσόφους καὶ ψυχολόγους; Ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, μᾶς ἀρκεῖ μία καὶ μόνο μαρτυρία. Μαρτυρεῖ ἕνας, ὅτι ὑ­πάρχει ψυχή· καὶ ἡ δική του μαρτυρία ἀξίζει παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλη. Γιατὶ αὐτὸς δὲν εἶ­πε ποτέ ψέμα· μέχρι σήμερα οἱ αἰῶνες δὲν τὸν διέψευσαν. Καὶ ὁ ἕνας αὐτὸς εἶνε ὁ Κύριος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τί εἶπε ὁ Χριστός; Μίλη­σε περὶ αἰωνίου ζωῆς καὶ βεβαίωσε ὅτι ὑπάρχει. Καὶ ἂν στὸ Χριστὸ δὲν πιστέψουμε, σὲ ποιόν παρακαλῶ θὰ πιστέψουμε; Γιὰ τὸ Χριστὸ ἡ ὕ­παρξι τῆς ψυχῆς εἶνε γεγονὸς ἀν­αμφισβήτητο. Δὲν κάθεται νὰ κάνῃ συλλογισμοὺς ὅπως οἱ φιλόσοφοι. Εἶνε γεγονός. Καὶ ἕνα γεγονὸς δὲν κοπιάζει κανεὶς νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Ὑπάρχει ἥλιος. Ποιός λέει, Ἐλᾶτε νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχει ἥλιος; Περιττεύει. Ὅπως λοιπὸν ὁ ἥλιος λάμπει στὸν φυσικὸ κόσμο, κατὰ παρόμοιο τρόπο στὸν ὑπερφυσικὸ κόσμο ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς εἶνε βεβαιότης ἀναμφισβήτητη· ὑπάρχει πέρα τοῦ τάφου ζωή.

Τὸ πίστευαν, ὅπως εἴπαμε, οἱ ἀρχαῖοι. Τὸ πίστευαν οἱ πρόγονοί μας καὶ οἱ γιαγιάδες μας. Τὸ πίστευαν ὅλοι καὶ τὸ ὑπέγραφαν μὲ τὰ δυό τους χέρια, ὄχι ἁπλῶς μὲ μελάνι ἀλλὰ μὲ τὸ αἷμα τους. Τί; Αὐτὸ ποὺ ὁμολογοῦμε στὸ τελευταῖο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· ἀμήν» (11-12).

* * *

Ἐκεῖνοι πίστευαν. Ἐμεῖς; Ὤ, σήμερα εἶνε «ἡμέραι πονηραί», ὅπως εἶπε ὁ ἀπόστολος (Ἐφ. 5,16). Ἡ πίστι καθημερινῶς ἐκλείπει. Εἶνε σὰ νὰ ταξιδεύουμε μέσα σὲ ὁμίχλη. Ὁρατότης μηδέν. Κοντόφθαλμοι οἱ ἄνθρωποι δὲ βλέπουν τίποτα μπροστά τους. Ἤ, γιὰ νὰ φέρω μιὰ ἄλ­λη εἰκόνα, μοιάζουμε μὲ πουλιὰ ποὺ τὰ κυνη­γᾷ ὁ ἄνεμος καὶ γιὰ νὰ σωθοῦν, μόλις δοῦν κάποια τρῦπα σπηλαίου, ὁρμοῦν μέσα, ἀλλὰ τὸ σπήλαιο εἶνε δαιδαλῶδες, καὶ αἰχμαλωτίζον­ται ἐκεῖ· πετοῦν τὰ δύστυχα δεξιὰ – ἀριστερὰ ἀπεγνωσμένα μέσ᾽ στὸ σκοτάδι, χωρὶς νὰ μπο­ροῦν νὰ βροῦν διέξοδο πρὸς τὸ φῶς. Ἔτσι κ᾽ ἐ­μεῖς, πουλιὰ αἰχμάλωτα μέσα σὲ μιὰ σπηλιά, κινούμεθα στὸ ἔρεβος, καὶ δὲ βλέπουμε τὸ φωτεινὸ σῆμα, ποὺ ἐκπέμπει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μᾶς καλεῖ στὴν αἰώνιο ζωή.
Αἰώνιος ζωή! Θὰ ἤθελα νὰ ἤμουν Χρυσόστομος καὶ Βασίλειος, νὰ βάλω στὴν καρδιά σας τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια, ὅτι ὑπάρχει ψυ­χὴ ἀθάνατη, ὅτι πέρα τοῦ τάφου ὑπάρχει ζωή, ὅτι δὲν τελειώνει ἡ ζωὴ μὲ τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη. Ὄχι, ὁ τάφος δὲν εἶνε τέρμα· εἶνε ἡ ἀρχὴ ἑνὸς ἄλλου ἀτέρμονος βίου. Αὐτὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας.

Ὁ πλούσιος τοῦ εὐαγγελίου πίστευε ὅτι ὑ­πάρχει πέρα τοῦ τάφου ζωή· ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἀ­πασχολοῦσε ἦταν, μὲ ποιό τρόπο θὰ μπορέ­σῃ νὰ κληρονομήσῃ τὴν αἰώνιο ζωή, ποιά εἶνε ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ ἀ­παντᾷ· Καλὴ ἡ πίστι· ἀλλὰ ποιά πίστι; Ὄχι ἡ θεωρητική, ποὺ μένει στὰ λόγια· ὄχι ἡ ἀρνητι­­­κή, ποὺ περιορίζεται στὴν τήρησι μόνο ὡρισμένων «μὴ…» ποὺ ἀκούσαμε σήμερα (Λουκ. 18,20)· ὄχι ἡ τυπική, ποὺ νομίζει ἀρκετὸ τὸ νὰ ἐκτελέ­­σουμε μερικὰ θρησκευτικὰ καθήκον­τα, ν᾽ ἀ­νά­ψουμε π.χ. ἕνα κερί. Καὶ αὐτὸ βεβαίως δὲν ἀ­πορρίπτεται· ἔχει συμβολισμὸ τὸ ν᾽ ἀνάβῃς κερί· εἶνε σὰ νὰ λὲς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42). Ἀλλὰ δὲ φθάνει μόνο αὐτό· πρέπει κ᾽ ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ εἶσαι ἕνα ἀναμμένο κεράκι μέσ᾽ στὴ γενεά σου, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. 5,14).

Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὴν πίστι ἔ­φθαναν ἀκόμα καὶ σὲ φρικτὰ μαρτύρια. Ὁ ἅ­γι­ος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης λ.χ., ποὺ γιορτάζει τὶς μέρες αὐτές (27 Νοεμ.), ζοῦσε στὴν Περσία ἀνάμεσα σὲ πλῆθος εἰδωλολατρῶν. Ἦταν μόνος. Τὸν κάλεσαν ν᾽ ἀρνηθῇ τὸ Χριστό. Δὲν ὑπέκυ­ψε. Τὸν πίεσαν, τὸν φυλάκισαν, τὸν βασάνισαν, τὸν ἔ­κοψαν κομμάτια – κομμάτια ὅπως ὁ χασάπης τὸ κρέας· τοῦ ἔκοψαν τὴ μύτη, τὰ αὐτιά, τὰ χέ­ρια, τὰ πόδια, τοῦ ξερρίζωσαν τὰ δόντια. Μὰ αὐτὸς συνέχιζε νὰ λέῃ· Πιστεύω στὸ Χριστό! Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι ποὺ σῴζει, αὐτὴ ὁδηγεῖ στὸ βασίλειο τῆς αἰωνιότητος.

* * *

Ἀδελφοί μου καὶ πατέρες! Ἂς σκεφθοῦμε σήμερα σοβαρά, ὅτι ὁ τάφος τοῦ πατέρα καὶ τῆς μητέρας μας δὲν εἶνε τέρμα, ἐκμηδένισις. Ποιός τὸ εἶπε; Πέρα τοῦ τάφου εἶνε ἄλλη ζωή, αἰώνιος ζωή. Ἂς προετοιμασθοῦμε λοιπόν. Αὐ­τὸς ποὺ πρόκειται νὰ ταξιδέψῃ βγάζει εἰσιτήριο καὶ διαβατήριο. Μὴ βρεθοῦμε ἀνέτοιμοι.
Σ᾽ ἕνα ἀνάκτορο ὁ βασιλιᾶς εἶχε ἕνα γελωτοποιό, νὰ τὸν διασκεδάζῃ μὲ τὰ ἀστεῖα του. Μιὰ μέρα, θέλοντας νὰ παίξῃ μαζί του, ἔδωσε στὸν γελοτοποιὸ ἕνα μπαστούνι λέγοντας· ―Πάρ᾽ το. Κι ἂν βρῇς ἄλλον πιὸ βλᾶκα ἀπὸ σέ­να, νὰ τοῦ τὸ δώσῃς… Πῆρε τὸ μπαστούνι ὁ ἠ­θοποιὸς μέ κάποια πικρία. Μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ βασιλιᾶς ἀρρώστησε καὶ κινδύνευε νὰ πεθά­νῃ. Πῆγε κι ὁ θεατρῖνος νὰ τὸν δῇ. ―Πεθαίνω, τοῦ λέει ὁ βασιλιᾶς, φεύγω γιὰ ταξίδι μακρινό, ἀ­γύριστο. ―Καὶ ἔκανες καμμιὰ προετοιμασία, μεγαλειότατε; ―Ὄχι. ―Ἔ, τότε βρῆκα τὸν πιὸ βλᾶκα ἀπὸ μένα. Πάρε τὸ μπαστούνι!

Τὰ ἄλλα λάθη στὴ ζωὴ εἶνε μικρά. Τὸ τραγι­κώτερο θὰ εἶνε ἄν, τὰ λίγα χρόνια ποὺ ζοῦμε, δὲν προετοιμασθοῦμε γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώσῃ, κλείνοντας τὰ μάτια στὸ μάταιο τοῦτο κόσμο, νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας καὶ νὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 27-11-1977)