Σελίδες

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Άγιος Αλέξανδρος του Σβιρ

Η σχέση του ανθρώπου με τον Δημιουργό του, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό δεν επιτρέπεται και δεν μπορεί να είναι μια απλώς διανοητική αλλαγή σκέψεως, χωρίς καμία σωματική ˝συνέπεια˝.
          Ο άνθρωπος είναι ένας· σώμα και ψυχή. Η ψυχή χωρίς το σώμα είναι γυμνή και το σώμα χωρίς την ψυχή είναι νεκρό. Οι αποφάσεις της ψυχής επηρεάζουν το σώμα και οι λειτουργίες και εκδηλώσεις του σώματος ˝μολύνουν˝ την ψυχή. Δεν γίνεται αλλοιώς. Είναι αυταπάτες οι αντιλήψεις, που κάποιοι διαδίδουν, ότι σημασία έχει μόνο… η καθαρή καρδιά, ξεχνώντας ότι η καρδιά είναι μέρος του σώματος.
Βέβαια η λέξη καρδιά ˝διαβάζεται˝ και νοείται και εντελώς μεταφορικά και πνευματικά αλλά για την ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ…άυλα! (καρδίαν καθαράν-καρδία συντετριμμένη-καρδία αἰσθητική πού γίνεται …σής ὀστέων!!)
          Με ένα λόγο δεν νοείται ως άνθρωπος η ψυχή μόνη ή το σώμα μόνο, αλλά το ˝συναμφότερον ἄνθρωπος˝ (Ν. Καβάσιλας)
          Σ’ αυτή την αλληλουχία και τον άρρηκτο σύνδεσμο, κάθε βίωμα ˝εγγράφεται˝ σωματοψυχικά στην ανθρώπινη ύπαρξη. Πολύ περισσότερο το βίωμα της αγάπης του Χριστού, για την οποία ο άγιος έκανε θυσίες πολλές προσφέροντας τον εαυτό του ολόκληρο, ˝θυσίαν ζῶσαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ˝.
          Μέσα σ’ αυτήν την πορεία και σχέση, το ανθρώπινο σώμα (ο μισός άνθρωπος και συγχρόνως το ˝εργαλείο˝ και ο τρόπος έκφρασης των ψυχικών καταστάσεων) γίνεται ˝θύρα˝ και φυσικά μέτοχο της χάρης του Θεού, όταν ο άνθρωπος αγιάζεται.
           Η έκφραση του αγιασμού του ανθρώπου εκδηλώνεται και γίνεται καταφανής από τα …συμπτώματα! Των αποστόλων η σκιά θεραπεύει αρρώστους. Του Παύλου οι λερωμένοι επίδεσμοι ανιστούν παραλύτους. Των αγίων ο λόγος διακόπτει τους φυσικούς νόμους και την τάξη των πραγμάτων. Μέσα απ’ όλα αυτά είναι φανερή η παρουσία του Θεού στην σύνολη σωματοψυχική ύπαρξη αυτών των προσώπων.
          Αυτή είναι η ανθρωπολογική διδασκαλία της ορθόδοξης Εκκλησίας, που ποτέ δεν είχε την αγωνία της ευπρέπειας και της εξωτερικής εικόνας για τα μέλη της. Σκοπός και στόχος είναι η μεταμόρφωση και όχι η συμμόρφωση. Η αλλαγή της καρδιάς, όχι της συμπεριφοράς. Ο αγιασμός (δηλαδή η αγάπη του θελήματος του Χριστού) και όχι μόνα τους τα εξωτερικά καλά έργα. Η παραβολή της συκιάς που καταράστηκε ο Χριστός φανερώνει την αναζήτηση των καρπών (αρετών-αγιασμού) και όχι των εντυπωσιακών φύλλων (έργα εξωτερικά).
          Αυτά, τα σχεδόν ξεχασμένα σήμερα, ήταν και είναι η θεραπευτική διδασκαλία της Εκκλησίας του Χριστού. Σ’ αυτόν τον τρόπο, υπέτασσαν οι Χριστιανοί τον εαυτό τους με χαρά, ξέροντας, ότι μόνον έτσι, αυτοπροαιρέτως παραδίδουν τον εαυτό τους στον Μέγα Ιατρό Κύριο τους Ιησού Χριστό να τους θεραπεύσει. Ξέροντας ότι η θεραπεία δεν είναι μαγικός αυτοματισμός αλλά έμπονη πορεία. Δεν είναι τρυκ εντυπωσιασμού, αλλά ˝σκοτεινός θάλαμος˝ που ˝κατασκευάζει˝ όμορφη εικόνα.. και όχι μόνον! Ξέροντας ότι ο Ιατρός θυσίασε τον Εαυτό Του από την αγάπη Του γι’ αυτούς. Έγινε φάρμακο αθανασίας για τους μετόχους. Έγινε ˝αχθοφόρος˝ του δικού μας βάρους για να συνειδητοποιήσουμε ποιος είναι Κύριος της Ζωής.
          Μέσα σ’ αυτά τα θεολογικά δεδομένα γεννήθηκε το 1449 ένας μικρός Φινλανδός, στο χωριό Μαντέρα της Βορειοδυτικής Ρωσίας, που στο Βάπτισμα πήρε το όνομα του προφήτη Αμώς. Στην απλότητα της χωρικής φτώχειας, ζυμώθηκε με την διδασκαλία του Χριστού και ωριμάζοντας ηλικιακά, αποφάσισε να θυσιάσει τον εαυτό του στο θυσιαστήριο του Χριστού γινόμενος μοναχός. Τα βήματά του προς τον μοναχισμό τα οδήγησε με ασφάλεια ο άγγελος φύλακάς του, ο οποίος ˝τον βρήκε˝ να ασκητεύει μόνος κοντά στον ποταμό Σβιρ και τον παρέπεμψε στο Μοναστήρι του Βάλαμο, επισημαίνοντάς του τους κινδύνους της αυτονομημένης εγωϊστικής προσπάθειας.
          Τον δίδαξε τους κινδύνους τού να φαντάζεται κανείς ολόσωστες τις ενέργειές του, αφού μόνος αυτός τις αξιολογεί! Τον έμαθε, ότι ο εγωϊσμός έχει πολύ βαθιές ρίζες και πονάει πολύ όταν ξεριζώνεται! Πράγμα (το ξερίζωμα δηλαδή), που το κάνει σε μας ευκολότερα ένας ξένος  παρά το δικό μας, διστακτικό από την φιλαυτία, χέρι! Τον έστειλε λοιπόν σε ένα άγιο κοινόβιο για να δει να συνειδητοποιήσει και να ελευθερωθεί από τα πάθη του.
          Η εμπειρία της παρουσίας του αγγέλου του τον έκανε βαθειά και ουσιαστικά ταπεινό. Αμέσως γεμάτος με την χαρά μιας τέτοιας συναντήσεως, προσήλθε καταχαρούμενος στο μοναστήρι του Βάλαμο όπου καθιέρωσε την μοναχική του απόφαση και πήρε, αλλάζοντας τρόπο ζωής, το όνομα Αλέξανδρος.
          Κανείς δεν ξέρει τους κόπους και τους πόνους και τις θυσίες του μοναχού Αλέξανδρου. Η εσωτερική ζωή είναι βαθειά υπόθεση και ο κάθε υγιής μοναχός προσπαθεί να την κρατάει μακριά από μάτια επαινετικά ή και μοχθηρά: στην σιωπή της γαλήνιας παρουσίας του Χριστού, της μόνης Ασφάλειας. Οι άλλοι αδελφοί αποτελούν μεγάλη πηγή ευλογίας γιατί βοηθούν στην εμφάνιση του όλου περιεχομένου της καρδιάς πολλές φορές κρυμμένου και από τα δικά μας τα μάτια!
          Η αυταπάτη είναι η πιο ευχάριστη κατωφερής πορεία. Ο εαυτός μας είναι ο πιο μεγάλος και αδιόρατος κλέφτης. Μας  κλέβει την ˝περιουσία˝ απατώντας μας, ότι πρόκειται για κάτι…άλλο! Μας μεταλλάσσει τον εγωισμό, σε αξιοπρέπεια. Τον θυμό, σε ζήλο. Την κακία, σε αξιολόγηση. Τον φθόνο, σε αμεροληψία. Την φιληδονία, σε εξασφάλιση. Την φιλαργυρία, σε σύνεση. Την γαστριμαργεία, σε ανάγκη συντήρησης και αποφυγής ασθενειών.
          Οι αδελφοί λοιπόν γίνονται το χειρουργικό νυστέρι της τομής όλων αυτών των κακιών μας. Με την καθημερινή τριβή, όλα τα παραπάνω, αδιόρατα μέχρι τότε, εμφανίζονται με όλο το ˝μεγαλείο˝ του δύσμορφου προσωπείου τους. Αν ο μοναχός (και ο κάθε άνθρωπος βέβαια) έχει τη σύνεση της αγωνίας να σκεφθεί, ότι όλα όσα βγήκαν… υπήρχαν μέσα τους και απλώς τώρα…ξεχείλισαν, τότε αρχίζει τον αγώνα της καθάρσεώς του και αγαπά διπλά όλους όσους τον βοηθούν σ’ αυτό. Κατανοώντας σωστά εκείνο το πατερικό ˝εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου˝ όπως και το ˝ἀπό τῶν ἀδελφῶν ἡ σωτηρία˝.

          Ο Αλέξανδρος βγήκε νικητής σ’ αυτούς τους αγώνες και στον ακόμα μεγαλύτερο αγώνα της ταπεινώσεως και ο ελεήμων Κύριος, που αγαπά τούς ταπεινούς τῇ καρδίᾳ, ξέροντας ότι ο δούλος του Αλέξανδρος δεν κινδυνεύει να πέσει, εμφανίστηκε σ’ αυτόν, με τρόπο που Εκείνος ξέρει και ανθρωπίνως δεν περιγράφεται, και του υπέδειξε τον κόπο της ερημητικής ζωής πλέον. Του έδωσε ένα ξίφος να πολεμήσει και να ˝κόψει τα κεφάλια˝ των δαιμόνων γιατί ήξερε ότι ο Αλέξανδρος είναι όχι ένα νήπιο ψελλίζον, αλλά ώριμος και γενναίος πολεμιστής, που μπορεί να ˝φέρει˝ το όνομα του Χριστού επαξίως ˝ἐνώπιον ἐθνῶν καί βασιλέων˝.
          Ξαναγύρισε λοιπόν κοντά στον ποταμό Σβιρ και άρχισε εκεί, μόνος πλέον, να προσθέτει κόπους επί κόπων.
          Άρχισε να υλοποιεί την ατέλεστη τελειότητα όσων αξιώθηκαν να γνωρίσουν την αγάπη του Χριστού. Άρχισε να προσεύχεται αδιαλείπτως για τους αδελφούς του όλου του κόσμου.
           ˝Ξέχασε˝ πλέον την δική του σωτηρία και μοιάζοντας στον Χριστό άρχισε να θυσιάζει τον εαυτό του, υπέρ των αδελφών του.
          Και ο Χριστός του έστειλε ˝αρνία˝ Του για να τα οδηγήσει ο Αλέξανδρος εις οδόν σωτηρίας. Γεμάτος αγάπη ο ίδιος, δίδασκε το μεγαλείο της ελεύθερης αγάπης όπως το έδειξε ο Χριστός ˝μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ ˝ (Ιωάν. 15,13) και μάθαινε στους άλλους το αιώνιο μάθημα ότι την αγάπη δεν την …διδάσκεσαι την …κολλάς όπως την …αρρώστια! Την βλέπεις σαρκωμένη στο πρόσωπο κάποιου (Κάποιου) και επιθυμείς να την…μιμηθείς καταρχάς και στην συνέχεια να την αποχτήσεις.
          Μαζεύτηκαν λοιπόν γύρω του πολλοί που τον «αναγνώρισαν» διδάσκαλο της αγάπης. Αυτού, ο οποίος είναι η όντως ΑΓΑΠΗ. Και τότε, εκεί, στα 1508 ύστερα από 23 χρόνια ερημητικής ζωής, είχε εμπειρία ˝Αβρααμική˝. (Γεν. 18.1-15)[2] Δέχτηκε επίσκεψη από την Παναγία Τριάδα. ˝Είδε˝ αοράτως με τα μάτια του, Αυτόν που τον δημιούργησε. Είχε εμπειρία που αλλοιώνει και μεταπλάθει ουσιαστικά τον άνθρωπο. Είδε το Νόημα της Ζωής. Βίωσε την αγάπη του Θεού που δέχτηκε να γίνει ορατός και μετεχόμενος από κάθε κτίσμα Του. ˝Καθαρίστηκε και δροσίστηκε˝ από Αυτόν που είναι συγχρόνως ˝πῦρ βλῦζον καὶ ὕδωρ δροσίζον˝.
Μια τέτοια εμπειρία και σ’ένα τέτοιο γεγονός την μόνη ανταπόκριση που επιδέχονται είναι εκείνη του Ιώβ ˝ἀκοήν μέν … ἤκουόν Σου τό πρότερον, νυνί δε ὁ ὀφθαλός μου ἐώρακέ σε· διό ἐφαύλισα ἐμαυτόν καὶ ἐτάκην, ἥγημαι δὲ ἐμαυτόν γῆν καὶ σποδὸν˝ (Σε γνώριζα μονάχα απ’ όσα είχα για σένα ακουστά· μα τώρα με τα μάτια μου σε είδα. Γι’ αυτό ανακαλώ τα όσα είπα και ντρέπομαι γι’ αυτά. Είμαι χώμα και στάχτη.) (Ιώβ 42.5-6).
Έτσι και ο Αλέξανδρος, ο άγιός μας, χώμα και στάχτη όντας, έπεσε στην γη και προσκύνησε Αυτόν που τους έφτιαξε. Και αυτόν (τον Αλέξανδρο) και την γη. Και τότε είχε εμπειρία μιας…θεοεπαφής! Ο Ένας εκ των Τριών ˝άπλωσε το χέρι Του˝ και σήκωσε…το χώμα και την στάχτη, τον Αλέξανδρο! Ίσως Εκείνος που είχε δεχτεί και ˝είχε γίνει˝ χώμα και στάχτη, δηλ. Άνθρωπος. Τον είχε ήδη σηκώσει επί του Σταυρού· τώρα του το μάθαινε εμπειρικά. Του έλεγε, χωρίς να του μιλά, πόσο αξίζει γι’ Αυτόν ο κάθε άνθρωπος. Του μάθαινε να σηκώνει κι αυτός με την σειρά του όσους ήταν πεσμένοι και γύρευαν μια συνάντηση με την όντως Ζωή. Τον δίδασκε τον κόπο της αποκαταστάσεως της πτώσεως και των τραυμάτων.
Και οι Τρεις μαζί μιλώντας του σε πρώτο πρόσωπο τον προέτρεψαν να συστήσει μοναστήρι-ιατρείο των αδελφών του. Να διδάξει αυτά που έπαθε και έμαθε. Να ˝διαγγέλει˝ το πρόσταγμα Κυρίου. Να ˝εμφανίζεται˝ στους μη ζητούντες τον Κύριο. Να γίνει ˝πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη˝. Να είναι ˝λύχνος καιόμενος καὶ φαίνων˝.
Και αφήνοντάς τον, στην χαρά και την θλίψη των Αποστόλων, την ημέρα της Αναλήψεως, απομακρύνθηκαν, μένοντες ˝αδιάστατοι˝ από αυτόν, που είχε την ευλογία και την χαρά του Αβραάμ, του Ιώβ, του Ησαΐα, του Μωϋσή, του Βαπτιστού και όλων των ˝κατ’ επάγγελμα˝ συναδέλφων του, του παρελθόντος και του μέλλοντος!!
Προσπαθώντας να κρατήσει και αισθητά την ανάμνηση και την υπόμνηση μιας τέτοιας μοναδικής (αξιολογικά) χαράς και ευλογίας, έφτιαξε  ένα ναό αφιερωμένο στο Μυστήριο της Ζωοποιού Παναγίας Τριάδος, της συστησαμένης το σύμπαν και αγαπώσης τους πάντας. Όταν χρειάστηκε ένα δεύτερο ναό τον αφιέρωσε στην Πανάμωμο Παρθένο Μαρία, την «αἰτίαν» της ενανθρωπήσεως του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Ζώντας με τον θυσιαστικό, αγαπητικό και οδηγητικό του τρόπο ανάμεσα στους αδελφούς, που συγκεντρώθηκαν γύρω του, έκλεισε την βιολογική του ζωή σε ηλικία 85 ετών στις 30 Αυγούστου 1533 πορευόμενος στην μακαρία και ακήρατο ζωή, την ημέρα της μνήμης του προστάτου του, αγίου Αλεξάνδρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Οι μοναχοί, από αγάπη για τους αδελφούς και για ευλογία τους, παρήκουσαν (αγίαν παρακοήν) και δεν κατέστρεψαν πετώντας το στο Βάλτο, το άγιο σώμα του Αλεξάνδρου, όπως εκείνος τους διέτασσε!
Όταν ο τάφος μετά τριετία άνοιξε, το σώμα βρέθηκε άφθαρτο, ακέραιο, αναλλοίωτο με την φυσική κινητικότητα ζωντανού οργανισμού, σε φυσικό χρώμα χωρίς να είναι αφυδατωμένο και με τους μυς το λίπος και τον υποδόριο ιστό, ακέραια!!!
Έτσι είναι μέχρι σήμερα.
Το λείψανο είχε, την περίοδο του κομμουνισμού, τις περιπέτειες που έχει κάθε άκαρπη αναζήτηση εκ μέρους ανθρώπων που απορούν χωρίς να εκπλήσσονται. Που ψάχνουν χωρίς να αναζητούν. Που αμφιβάλλουν χωρίς να θέλουν να πειστούν. Που βρίσκονται στην βάση του αρχαίου γνωμικού ˝οὐ μὲ πείσεις, κἄν μὲ πείσεις˝ για τους οποίους εκκλησιαστικά ισχύει εκείνο το μεγαλειώδες δοξαστικό των αποστίχων του Εσπερινού της Κυριακής του Αντίπασχα: ˝Φιλάνθρωπε, μέγα καί ἀνείκαστον τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου· ὅτι ἐμακροθύμησας, ὑπό Ἰουδαίων ῥαπιζόμενος, ὑπό Ἀποστόλου ψηλαφώμενος, καὶ ὑπό τῶν ἀθετούντων σε πολυπραγμονούμενος. Πῶς ἐσαρκώθης; πῶς ἐσταυρώθης ὁ Ἀναμάρτητος; ἀλλά συνέτισον ἡμᾶς, ὡς τόν Θωμᾶν βοᾶν σοι· Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου, δόξα σοι˝. Που δεν ˝συνετίζονται˝ βοῶντες ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου.
          Στο επιστημονικό εργαστήριο της Ακαδημίας Πολέμου της Πετρου­πό­λεως, εξαντλήθηκαν οι επιστήμονες να βρουν φυσική επιστημονική ερ­μηνεία της καταστάσεως του αγίου Λειψάνου. Στον άγιο Αλέξανδρο έβλε­παν την «υγιά αφθαρσία» της υπομνήσεως της αξίας του ανθρω­πί­νου σώματος (θέωσις του σώματος-αφθαρσία λειψάνων) και την ένδειξη-απόδειξη της κοινής Αναστάσεως, από Αυτόν που διατηρεί, ήδη από εδώ και τώρα, άφθαρτο το σώμα ενός αγίου. Οι ίδιοι επιδιώκοντας μια μηχανιστική φυσική ˝αφθαρσία˝ (νεκρός του Βλ. Λένιν) είχαν παρά ταύτα να αντιμετωπίσουν στην ˝ασφάλεια˝ εργαστηριακών συνθηκών, πλείστα όσα προβλήματα. Το άπορον έμενε γι’ αυτούς άπορον.
          Ο Θεός που δίνει ˝πόρον, ἐν ἀπορίᾳ˝ ήταν υπόθεση κομματικής απόρριψης. Ενδεχόμενο…ακατάλληλο. Ήταν… δύσχρηστος  και βλεπόμενος. Υλοποιόταν σ’ αυτούς και η τραγωδία των ανθρώπων που κυττάζουν τον ουρανό και τον βλέπουν άδειο και δεν διανοούνται να σκεφτούν το ενδεχόμενο της προσωπικής… μυωπίας!
          Ερευνητική ομάδα ασχολείται με το περίεργο λείψανο. Οι απορίες ατελείωτες. Το ˝μυστήριον οὐ φέρει ἔρευναν˝. Και μέσα σ’ όλα αυτά, μια γιατρίνα μέλος της επιτροπής, να τον ακούει να της λέει: ˝πάψε να αμαρτάνεις˝! Τα δικά της όμως μάτια, τότε, είναι τόσο κλειστά ώστε σαν άλλη Ηρωδιάδα αντί να τα ανοίξει, καταστρέφει με ένα νυστέρι τα βιολογικά μάτια του αγίου!!
          Ο νεκρός άγιος, πιο ζωντανός από την γιατρό, βλέπει βαθύτερα και χωρίς τα βιολογικά του μάτια, που έτσι κι αλλιώς είναι «νεκρά» κατά το φαινόμενο, και βοηθά αυτό το πλάσμα να βγει από την σύγχυση αξιών που το τυραννεί και να ομολογήσει τελικά: ˝εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός˝.
          Όταν τελειώνει η Βαβυλώνιος Κομμουνιστική αιχμαλωσία, το 1998, το λείψανο επιστρέφεται στην φυσική του θέση στην Εκκλησία. Εκεί ανάμεσα στους αδελφούς του, δείχνοντας την οδό της σωτηρίας, ικετεύει, την Παναγία και Αδιαίρετη Τριάδα, τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, την μία Θεότητα, για τους αδελφούς του.
          Εμείς, ˝συγχαίροντες για τον δοξασμό του αδελφού μας˝, έχοντες ˝σπέρμα ἐν Σιών καὶ οἰκείους ἐν Ἰερουσαλὴμ˝, με μόνιμη την θέα του λειψάνου του αδελφού μας να μας οδηγεί προς την πηγή της αφθαρσίας που είναι η Ζωοδότις Τριάς, ας μελετούμε με τον τρόπο της ζωής μας την πορεία του και αναθεωρούντες την έκβαση της αναστροφής τους, ας αρχίσουμε να μιμούμεθα την πίστη του.
Όσιε Πατέρα μας Αλέξανδρε του Σβιρ, παρακάλεσε Αυτόν που έκτισε τα σύμπαντα, να ˝κτίσει˝ και μέσα μας θεμέλιο αγάπης και πίστεως στο Πανάγιο πρόσωπό Του, ώστε και μεις να αρχίσουμε να τον αγαπάμε θυσιαστικά και συνεπώς καθαρτικά από τα πάθη μας, ώστε να Τον δούμε, αν όχι από εδώ και τώρα, αλλά πάντως εκεί και τότε,
 ως Φως και Ανάσταση και Χαρά. Αμήν.-


[1] ποταμός της Β.Δ Ρωσίας, ο οποίος συνδέει τις δύο μεγαλύτερες στον ευρωπαϊκό χώρο λίμνες, Ονέγκα και Λάντογκα που βρίσκεται 40 χιλ. ανατολικά της Πετρουπόλεως (πρ. Λένινγκραντ). Έχει μήκος 224 χιλ. και τροφοδοτεί σήμερα διάφορους υδροηλεκτρικούς σταθμούς.
[2] Ο Κύριος παρουσιάστηκε στον Αβραάμ, κοντά στη Δρυ Μαμβρή, ενώ αυτός καθόταν στο άνοιγμα της σκηνής του κατά το μεσημέρι.
2 Σήκωσε τα μάτια του και είδε τρεις άντρες να στέκονται απέναντί του. Αμέσως έ­τρεξε να τους προϋπαντήσει και τους προσκύνησε ως τη γη. 3 «Κύριε μου», είπε, «αν έχω την εύνοια σου, μην προσπεράσεις το δούλο σου. 4 Ας φέρουν λίγο νερό να πλύνε­τε τα πόδια σας, και μετά μπορείτε ν' αναπαυθείτε κάτω από το δέντρο. 5 Θα φέρω και λίγο ψωμί να πάρετε δύναμη, και μετά μπο­ρείτε να πηγαίνετε. Περάστε λοιπόν από το δούλο σας». Εκείνοι απάντησαν: «Κάνε ό­πως είπες». 6 Τότε ο Αβραάμ έτρεξε στη σκηνή και είπε στη Σάρρα: «Πάρε γρήγορα τρεις γαβάθες αλεύρι εκλεκτό, ζύμωσέ το και κάνε πίττες»,7 Μετά έτρεξε στα βόδια, πήρε ένα μοσχάρι τρυφερό και καλό, το έ­δωσε στον υπηρέτη, κι εκείνος το ετοίμασε στα γρήγορα. 8 Πήρε ακόμα βούτυρο, γάλα και το μοσχάρι που είχε ετοιμάσει και τα έ­βαλε μπροστά στους άντρες. Αυτός στεκό­ταν απέναντι τους κάτω από τα δέντρα κι ε­κείνοι έτρωγαν.
9 Τότε ρώτησαν τον Αβραάμ: «Πού είναι η Σάρρα η γυναίκα σου;» Αυτός απάντησε: «Εκεί, στη σκηνή». 10 Κι ο Κύριος είπε: «Του χρόνου τέτοια εποχή θα ξανάρθω και η γυναίκα σου η Σάρρα θα έχει γιο». Η Σάρρα τα άκουγε όλα αυτά, γιατί στεκόταν από πίσω του, στο άνοιγμα της σκηνής. 11 Ο Αβραάμ και η Σάρρα ήταν γέροντες προχωρημένης ηλικίας, και η Σάρρα δεν είχε πια περίοδο. 12 Η Σάρρα λοιπόν γέλασε κρυ­φά καθώς σκεφτόταν: «Αφού γέρασα, είναι δυνατό να έχω ορμές; Κι ο άντρας μου είναι κι αυτός γέροντας». 13 Αλλά ο Κύριος είπε στον Αβραάμ: «Γιατί γέλασε η Σάρρα; Γιατί αμφιβάλλει ότι θ' αποκτήσει γιο τώρα που γέρασε; 14 Τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Κύριο! Όταν την ίδια εποχή ύστερα από ένα χρόνο θα ξανάρθω σπίτι σου, η Σάρρα θα έ­χει γιο». 15 Η Σάρρα αρνήθηκε και είπε: «Δε γέλασα» - γιατί φοβήθηκε. Αλλά εκείνος της είπε: «Κι όμως, γέλασες».