Σελίδες

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Η θαυμαστή αλιεία!


1.Ο ΣKΟΠΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ
   
Ό Κύριος περιδιαβαίνει τήν ακρογιαλιά της Γαλιλαίας και τά πλήθη τρέχουν μέ πόθο κοντά του. Και καθώς βλέπει δυό μικρά πλοία αραγμένα στη λίμνη, μπαίνει σ' ένα από αυτά είναι τό πλοίο του Σίμωνα. Και τόν παρακαλεί
νά τό σύρει λίγο πιό μέσα στη λίμνη γιά νά διδάξει τά πλήθη μέσα από τό πλοίο αυτό.
Όταν τελείωσε τή διδασκαλία του ό Κύριος, λέει στον Σίμωνα: 
Φέρε πάλι τό πλοίο στα βαθιά νερά της λίμνης και ρίξτε τά δίχτυα σας. Ό Σίμων όμως μέ έκπληξη του αποκρίνεται: 
Διδάσκαλε, όλη τή νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τά δίχτυα καί δεν πιάσαμε τίποτε. Αφού όμως τό λες εσύ, θά ρίξω τό δίχτυ. Καί το θαύμα πού ακολούθησε ήταν εντυπωσιακό. Τό δίχτυ τους γέμισε τόσο πολλά ψάρια, ώστε άρχισε νά σχίζεται.
Οί ψαράδες τότε φώναξαν αμέσως τους συνεταίρους τους πού ήταν στο άλλο πλοίο, να βοηθήσουν νά σύρουν το δίχτυ επάνω. Αλλά τά ψάρια ήταν τόσο πολλά, ώστε τά δυο πλοία κινδύνευαν νά βυθισθούν.

   Τί νόημα όμως είχε αυτό τό τόσο εντυπωσιακό θαύμα; Και γιατί ό Κύριος πριν τό επιτελέσει ζήτησε από τους ψαράδες νά ρίξουν τά δίχτυα τους και μάλιστα σέ ακατάλληλη ώρα; 
Διότι ό Κύριος μέσα από τό θαύμα αυτό ήθελε νά διδάξει πολύ μεγάλες αλήθειες στους ψαράδες της Γαλιλαίας, τους οποίους σέ λίγο θά καλούσε νά γίνουν αλιείς ανθρώπων και νά σαγηνεύουν στα πνευματικά τους δίχτυα όλη τήν οικουμένη. Αυτό τό θαύμα ήταν τύπος της πνευματικής αλιείας τους. Και έπρεπε νά χαραχθεί βαθιά στην ψυχή τους.

Έπρεπε νά τό θυμούνται πολύ καλά οί Απόστολοι τού Κυρίου όταν αργότερα, στό τιτάνιο έργο τους θά συναντούσαν δυσκολίες καί απογοητεύσεις. Νά θυμούνται καί νά συναισθάνονται ότι στήν πνευματική τους διακονία χωρίς τον Κύριο δεν θά μπορούσαν τίποτε νά επιτύχουν, ενώ μέ τή δική του δύναμη θά μπορούσαν νά κάνουν τά πάντα. Άδεια τά δίχτυα χωρίς τήν ευλογία του. Γεμάτα όταν τά ευλογούσε ό Χριστός.
   Έπρεπε ακόμη νά καταλάβουν οί μαθητές μέσα από τό θαύμα αυτό ότι, γιά νά έχουν καρποφορία στό έργο τους θά έπρεπε νά έχουν τυφλή υπακοή στα προστάγματα τού Κυρίου. Ακόμη καί σ' αυτά πού δεν κατανοούσε ή περιορισμένη τους λογική. Καί νά μην υπολογίζουν κόπο καί θυσίες. Αυτοί νά δίνουν τό χρόνο τους, τόν κόπο τους καί τή ζωή τους στήν υπηρεσία τού Κυρίου,γιά νά τά μεταχειρισθεί όπως Αυτός ήθελε - έχοντας τή βεβαιότητα ότι ό Κύριος θά επιβραβεύει τή θυσία τους, τήν πρόθυμη υπακοή τους, τήν αδιάσειστη πίστη τους ατή δύναμη του.

2.ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΑΜΑΡΤΩΛΟΤΗΤΟΣ
   Όταν είδε ό Πέτρος τό πρωτοφανές αυτό καί ανέλπιστο πλήθος των ψαριών, έπεσε στά γόνατα τού Χριστού καί είπε: 
Βγές από τό πλοίο μου καί φύγε από μένα, Κύριε, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός καί δεν ειμαι άξιος νά Σ' έχω στό πλοίο μου.
Ό Κύριος όμως τόν καθησύχασε καί τού είπε:
Μή φοβάσαι. Από τώρα θά σαγηνεύεις ανθρώπους, τούς οποίους μέ το κήρυγμα σου θά οδηγείς στή σωτηρία. Κατόπιν αφού όλοι μαζί οί ψαράδες επανέφεραν τά πλοία στή στεριά, άφησαν τά πάντα καί Τόν ακολούθησαν.
   Ή στάση όμως τού αποστόλου Πέτρου μας δημιουργεί κάποιον προβληματισμό. Γιατί αντί νά πανηγυρίσει γιά τό μεγαλειώδες θαύμα, παρακάλεσε τόν Κύριο νά φύγει άττό τό πλοίο του; Αυτός πού από τά παιδικά του χρόνια περίμενε τόν Μεσσία,τώρα Τού ζητά νά φύγει από τή ζωή του; Ασφαλώς τό αίτημα τού Πέτρου δέν εκφράζει μία διάθεση αρνήσεως και αποδιώξεως του Χριστού.
Αντίθετα. Ό άδολος αυτός ψαράς τής Γαλιλαίας ένιωσε τήν ώρα εκείνη ένα φοβερό συγκλονισμό στην ψυχή του. Κατάλαβε μέσα στήν ευλογία του θαύματος ότι δέν έχει μπροστά του έναν απλό άνθρωπο, άλλά ένα μοναδικό διδάσκαλο πού έχει Θεία δύναμη. Και αίσθανόμενος τό μεγαλείο του δέν αντέχει νά ατενίσει τό θεϊκό του πρόσωπο, αλλά πέφτει συντετριμμένος και Τον προσκυνά. Διότι αισθάνεται τόν εαυτό του ανάξιο της παρουσίας του. Αισθάνεται του Χριστού τήν αγιότητα και τή δική του μικρότητα και άμαρτωλότητα.
   Αυτό ακριβώς συμβαίνει σέ κάθε πνευματικό άνθρωπο κάθε φορά πού αισθάνεται ιδιαιτέρως έκδηλη τήν ευλογία του Θεού στή ζωή του. Είναι ένα βίωμα πού τό νιώθουμε οί πιστοί καθώς βρισκόμαστε σέ μία ιερή ώρα της λατρείας ή σέ στιγμές πού αισθανόμαστε τόν Θεό ολοζώντανο στή ζωή μας, καί αφυπνίζεται ή συναίσθηση τής άμαρτωλότητός μας. 
Μας συνέχει τότε ό φόβος του Θεου. Τρέμουμε, φοβόμαστε τήν παρουσία του Θεου, άλλά ταυτόχρονα και τήν ποθούμε και τή λαχταρούμε. Πώς νά πλησιάσουμε τόν πάναγνο Κύριο οί ρυπαροί καί ανάξιοι; 
Αισθανόμαστε πόσο αμαρτωλοί είμαστε καί ότι δέν αξίζουμε των ευλογιών του Κυρίου. Αυτό όμως πού δέν καταλαβαίνουμε ίσως είναι ότι όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε τήν άμαρτωλότητα μας, τόσο περισσότερο ελκύουμε τό έλεος καί τήν αγάπη του Κυρίου. Γι' αυτό άς στεκόμαστε μέ δέος καί φόβο ενώπιον του καί άς Τόν παρακαλούμε ταπεινά καί ολοκάρδια νά μή φύγει ποτέ από κοντά μας λόγω τής μεγάλης αμαρτωλότητός μας, αλλά νά μένει πάντοτε στή ζωή μας καί νά τήν γεμίζει μέ τις ευλογίες του.

.