Σελίδες

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Περί προσευχής. Δευτέρα της Διακαινησίμου

«Ούτοι πάντες ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει» (Πραξ. 1, 14).

ΕΟΡΤΗ, αγαπητοί μου, εορτή και πανήγυρης σήμερα. Κ' εμείς καλούμεθα να σπείρουμε το λόγο του Θεού. Ελπίζουμε, ότι ό σπόρος δέ' θα πάει όλος χαμένος, δέ' θα πέσει όλος στα αγκάθια ή στις πέτρες ή στην σκληρά οδό, αλλά ένα μέρος του θα καρποφορήσει. Με την ελπίδα αυτή ομιλούμε και σήμερα.


Ή εβδομάδα αυτή (Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο) ονομάζεται Διακαινήσιμος, και σήμερα είναι ή Δευτέρα της Διακαινησίμου. Για ποιο λόγο ή Εκκλησία ονομάζει την εβδομάδα αύτη Διακαινήσιμο; Την ονομάζει Διακαινήσιμο, διότι κάτι καινόν, κάτι καινούργιο, δημιουργήθηκε. Με την ανάσταση του Χριστού ό παλαιός κόσμος, πού είχε πλέον φθαρεί, καταργείται, και ένας καινούργιος κόσμος, μια καινούργια τάξις εγκαινιάζεται. Ό Χριστός ουδέποτε γηράσκει. Παραμένει πάντοτε νέος, και κάνει  και τους ανθρώπους πάντοτε νέους, καινούργιους ανθρώπους. Λένε ότι κάτω στις Ινδίες υπάρχει μια λίμνη, πού ό,τι πράγμα βαπτίζεις μέσα σ' αυτήν, λάμπει σαν χρυσός. Δεν ξέρω αν είναι πραγματική αυτή ή λίμνη• γνωρίζω όμως, ότι πραγματικούς μέσα στην Εκκλησία του Χριστού όλα γίνονται λαμπρά, όλα χρυσά, όλα παίρνουν ανεκτίμητη αξία.


Διακαινήσιμος λοιπόν λέγεται ή εβδομάδα, διότι κατ' αυτήν μαζί με την Ανάσταση πανηγυρίζουμε τη δύναμη πού έχει ό Χριστός να κάνη τα πάντα καινά, καινούργια.


Θέλω να πω λίγα λόγια επάνω στον απόστολο πού ακούσαμε. Τι λέει ό απόστολος;
Μόλις ό Χριστός ανελήφθη στους ουρανούς, οι μαθητές επέστρεψαν από το όρος των Ελαίων στα Ιεροσόλυμα. 'Οπωσδήποτε ήταν κάπως θλιμμένοι από τον αποχωρισμό υπερίσχυε όμως ή μεγάλη ελπίδα, πού ενστάλαξε στην καρδιά τους ό Χριστός όταν είπε να παραμείνουν στα Ιεροσόλυμα για να λάβουν το Πνεύμα το άγιο.


Πράγματι οι δώδεκα απόστολοι έμειναν στα Ιεροσόλυμα. Μαζί τους ήταν ή Παναγία, οί μυροφόρες γυναίκες και οί εβδομήκοντα μαθηταί, 120 εν όλο ψυχές. Αυτοί ήταν όσοι έμειναν πιστοί στο Χριστό. Όλοι αυτοί ήταν ομόψυχοι. Είχαν μαζευτεί σ' ένα υπερώο, μεγάλο χώρο στον επάνω όροφο ενός σπιτιού.  και τι έκαναν εκεί; Το λέει ό απόστολος• προσεύχονταν. «"Ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει» (Πράξ. 1,14). Με το παράδειγμα τους μας διδάσκουν κ' εμάς, ότι πρέπει να προσευχώμεθα.


Άλλα τι είναι ή προσευχή; είναι μια μεγάλη δύναμις, ένα απαραίτητο μέσον όπως είναι το τηλέφωνο. Όταν θέλεις να επικοινωνήσεις με κάποιον δικό σου στην Αυστραλία ή στην Αμερική ή στη Γερμανία, σηκώνεις το ακουστικό, ανοίγεις γραμμή,  και συνδέεσαι. Κι όταν ακούσης τη φωνή του πατέρα σου, της μητέρας σου, του δικού σου ανθρώπου πού είναι τόσο μακριά, ευχαριστείσαι. Ένα είδος λοιπόν τηλεφωνικής επικοινωνίας, πού ενώνει τη γη με τον ουρανό, είναι ή προσευχή. Δεν είναι αυτό παραμύθι. Εάν είναι αναγ καιο  και ευχάριστο ν' ακούς τη φωνή των ανθρώπων σου από μια μακρινή χώρα, πόσο περισσότερο το να επικοινωνείς με το Θεό; Άλλ' ενώ τηλέφωνο έχουν όλοι  και αν τους λείψει στενοχωρούνται, «τηλέφωνο» προσευχής δεν έχουν. Ενώ αυτό το «τηλέφωνο» πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή  και ανεμπόδιστη λειτουργία, ώστε ό άνθρωπος να μπορεί να επικοινωνεί με το Θεό, το δημιουργό  και σωτήρα του.


Τι έχει άραγε να πει ό άνθρωπος στο Θεό;
Ποιο μπορεί να είναι το θέμα της «τηλεφωνικής» τους συνομιλίας; "Άλλοτε μεν, όταν βλέπει τα έξοχα δημιουργήματα του Θεού, να τον δοξολογεί, να λέει «δόξα σοι, ό Θεός». Όταν πάλι αναλογίζεται τις άπειρες ευεργεσίες του, να τον ευχάριστη. Κι όταν νιώθει τις ποικίλες ανθρώπινες ανάγκες, να παρακαλεί το Θεό. Ή προσευχή είναι άλλοτε δοξολογία, άλλοτε ευχαριστία, και άλλοτε δέησης.


Προσεύχονταν και οι απόστολοι, όπως ακούσαμε. Και κατόπιν προσευχής ανέδειξαν τον αντικαταστάτη του Ιούδα, τον απόστολο Ματθία. Προσευχόταν ή ΥΠΕΡΑΓΙΑ Θεοτόκος. Προσεύχονταν όλοι οι άγιοι• δεν υπάρχει άγιος πού δεν προσευχόταν αγιότης  και προσευχή είναι άρρηκτος συνδεδεμένα. Προσεύχονταν όταν, μικρά παιδιά, γνώριζαν πρώτη φορά τον Κύριο. Προσεύχονταν όταν, άντρες πλέον, έβγαιναν στη ζωή κ' έπιαναν δουλειά ή πήγαιναν ως στρατιώτες στον πόλεμο. Προσεύχονταν ιδίως όταν κατελάμβαναν κάποιο αξίωμα της πολιτικής ή της στρατιωτικής Ιεραρχίας. Προσεύχονταν ακόμη περισσότερο οί πρώτοι Χριστιανοί όταν γινόταν διωγμός και τους έπιαναν, τους έδεναν, τους έριχναν στις φυλακές, τους δίκαζαν, τους πίεζαν να θυσιάσουν στα είδωλα. Θερμότερα όμως προσεύχονταν όταν τους οδηγούσαν πλέον στα μαρτύρια  και στο θάνατο• τότε έλεγαν τις πιο δυνατές προσευχές. Όλο προσευχή ήταν ή ζωή τους•  και ή ωραιότερα προσευχή τους ποια ήταν όταν συγχωρούσαν όλους  και παρακαλούσαν  και γι' αυτούς τους δήμιους των τότε επαναλάμβαναν  και αυτοί τα λόγια του Κυρίου τους• «Πάτερ, άφες αυτοίς• ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34).


Όλοι αυτοί μας διδάσκουν, ότι πρέπει να προσευχώμεθα. Λοιπόν εμείς προσευχόμεθα; ιδού το μεγάλο ερώτημα. Δυστυχώς σ' εμάς ή προσευχή έχει παραμεληθεί, έχει ατονήσει, έχει εξασθενήσει, έχει γίνει νεκρά. Πέρα από κανένα σταυρό πού κάνουμε, δεν αισθανόμεθα την ανάγκη τακτικής προσευχής πού, κατά τη γνώμη ενός μεγάλου φιλοσόφου της νεωτέρας εποχής, είναι ή μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο. Δεν προσευχόμεθα. Ξημερώνει ό Θεός την ήμερα; προσευχή δεν κάνουμε. Πάμε στην εργασία; προσευχή δεν κάνουμε. Γυρίζουμε από την εργασία; προσευχή δεν κάνουμε. Καθόμαστε στο τραπέζι; προσευχή δεν κάνουμε. Νυχτώνει; προσευχή δεν κάνουμε. Πάμε για ύπνο; προσευχή δεν κάνουμε. Χτυπάει ή καμπάνα την Κυριακή; δεν πατούμε στην εκκλησία να προσευχηθούμε. Μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, τέτοιες μεγάλες γιορτές, γεμίζει ή εκκλησία. Τον άλλο χρόνο ξέρετε πώς ζούμε; σαν τα ζώα• διότι άνθρωπος χωρίς προσευχή δεν ονομάζεται άνθρωπος. Αυτό είναι μία μεγάλη έλλειψης.


Και να 'ταν μόνο αυτό;
Όχι μόνο δεν προσευχόμεθα, αλλά φαινόμεθα  και αχάριστοι. Διότι πολλοί ανοίγουν το βρωμερό τους στόμα  και βλαστημούν την Παναγία, το Χριστό, τα ιερά  και τα όσια, τα καντήλια, τα πάντα• δεν αφήνουν τίποτα όρθιο. Τη μπουκιά έχουμε μέσ' στο στόμα  και το Χριστό βλαστημάμε!


Τι θα γίνει; Έμενα ρωτάτε, τον αμαρτωλό επίσκοπο Φλωρίνης; Δέ' διαβάζετε την Αποκάλυψη; Καμιά νύχτα —ό Θεός να φιλάει— θα γίνει κανένας σεισμός  και δέ' θα μείνει όρθιο σπίτι. Δέ' θα μείνει ατιμώρητη αυτή ή ασέβεια. Δέ' θα μείνει ατιμώρητη ή απιστία, ή περιφρόνησης, ή πορνεία, ή μοιχεία, ή βλασφημία των θείων, οι εκτρώσεις, τα διαζύγια, ή αδικία, ή εκμετάλλευση των αδυνάτων...


Χθες ήταν μεγάλη εορτή. Ποιος θυμήθηκε το Θεό; Ποιος είπε στο σπίτι, Ελάτε βρε παιδιά να πούμε τι εορτάζουμε σήμερα; Σε ποιο τραπέζι έψαλαν το «Χριστός ανέστη»; Σε ποιο σπίτι έκαναν το βράδυ μια προσευχή;... Τίποτα. Αν σε μια πόλη ακούγονται δέκα εκατομμύρια λέξεις την ήμερα —αν υπήρχε μηχάνημα να τις μετράει—, αμφιβάλλω μέσα σ' αυτές αν ακούστηκε ή λέξη Χριστός. Πουθενά• τίποτε απολύτως. Η, αν ακούστηκε, θ' ακούστηκε ως βλασφημία. Αυτό είναι πολύ θλιβερό.


Για αυτό από σήμερα, πού ακούσαμε στην εξήγηση του αποστόλου πώς προσεύχονταν οι πρώτοι Χριστιανοί, παρακαλώ να συνηθίσουμε κ' εμείς να προσευχώμεθα. Μανάδες πού με ακούτε, πατεράδες πού με ακούτε, το ωραιότερο πού έχετε να κάνετε είναι ν' αγοράσετε μία Σύνοψη ή ένα Συνέκδημο,  και κάθε βράδυ, όταν ό Θεός φέρνει τη νύχτα, να προσεύχεσθε. Μάθετε  και τα παιδιά να προσεύχονται μαζί σας. Πίστεψε με, εσύ θα πεθάνεις, μα το παιδί σου ποτέ δέ' θα τα ξεχάσει αυτά. Πολλά άλλα θα ξεχάσει, αλλά δέ' θα ξεχάσει ποτέ ότι προσευχόταν μαζί με τη μητέρα  και τον πατέρα του.


Προσεύχεσθε λοιπόν, ώστε αυτό πού λέει σήμερα ό απόστολος να πραγματοποιηθεί  και σ' εμάς• «Ούτοι πάντες ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή  και τη δεήσει» (Πράξ. 1,14).

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία η οποία έγινε στον Ιερό ναό Άγιου Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης την 1-5-1978 με άλλο τίτλο. Καταγραφή και σύντμησης 2-5-2005