Σελίδες

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Όσο υπάρχει καιρός


ΘΑ παρακαλέσω, αγαπητοί μου, να προσέξετε. Άπ' όλα όσα ακούσατε σήμερα, θα ερμηνεύσουμε μόνο αυτές τις λίγες λέξεις του αποστόλου, πού είναι και προφητεία του Ήσαΐου' «Καιρώ δεκτώ έπήκουσά σου» (Ήσ. 49,8• Β' Κορ. 6,2).


Εάν νιώσετε και εφαρμόσετε τα λόγια αυτά, κερδίσατε το πρώτο λαχείο. Διαφορετικά, εγώ νίπτω τάς χείρας μου. Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά; Θ' αρχίσω από κάπως μακριά.


Ένας άνθρωπος πού πρόκειται να φυγή στο εξωτερικό, φροντίζει να κάνη τα χαρτιά του εντός της προθεσμίας πού ορίζει ή πρεσβεία. Γενικά όποιος θέλει να ταξιδέψει, ρωτάει πότε φεύγει το λεωφορείο ή το τραίνο ή το πλοίο ή το αεροπλάνο, και προσπαθεί να έχη το εισιτήριο στο χέρι και να βρίσκεται εγκαίρως στο σταθμό. Και ό νέος πού θέλει να σπουδάσει, διαβάζει και υποβάλλει τα χαρτιά του μέσα στο χρόνο πού ορίζει το υπουργείο, ώστε να μπόρεση να δώσει εξετάσεις. και ό έμπορος πού χρωστάει γραμμάτια, προσπαθεί να τα εξόφληση προτού να διαμαρτυρηθούν... Τι θέλω να πω όπως υπάρχει προθεσμία για να βγάλεις εισιτήριο ή διαβατήριο ή μηχανογραφικό για εξετάσεις ή εξοφλητικό ενός λογαριασμού, όπως υπάρχει ορισμένος καιρός για να πας στρατιώτης ή για να πιάσεις δουλειά ή για να παντρευτείς κ.λπ., έτσι υπάρχει και κάποιος καιρός, για μια άλλη υπόθεση, πολύ σπουδαιότερη από κάθε άλλη.

Ποια είναι ή υπόθεση αυτή; Δέ μας έφερε ό Θεός στον κόσμο για ταξίδια και επιχειρήσεις, για διπλώματα και τίτλους, για προίκες και παντρειές. Δεν είν' αυτός ό μεγάλος σκοπός μας. Ποιος είναι ό σκοπός μας; Το λέει καθαρά σήμερα ό απόστολος. Όπως υπάρχει καιρός για όλα τα εγκόσμια πράγματα, έτσι υπάρχει καιρός για κάτι άλλο πού είναι το σπουδαιότερο άπ' όλα. Άλλα ποιος το νιώθει; Πρέπει να κατεβεί άγγελος, να στάξει στη νεκρωμένη καρδιά μας μια σταγόνα από την πίστη και την αγάπη των αγίων. Τότε θα αισθανθούμε αυτό πού λέει σήμερα ό απόστολος.

«Καιρώ δεκτώ έπήκουσά σου». Δηλαδή, ό καιρός αυτός πού ζούμε εδώ στον κόσμο είναι καιρός ανεκτίμητος, καιρός σωτήριος. Γιατί μέσα στον καιρό αυτό, στα είκοσι, τα σαράντα, ή ογδόντα χρόνια Τι μπορείς να κάνης; Έμενα ρωτάς; Άνοιξε τα βιβλία και τα συναξάρια, άντε στα μνήματα πού 'ναι θαμμένοι όλοι, κοίταξε τα άστρα του ουρανού, ψάξε την καρδιά σου, και έπειτα πες μου• γιατί ήρθες στον κόσμο αυτόν; Τι να κάνης μέσα στο χρόνο αυτής της ζωής; Θα τα πω, αλλά ποιος θα μ' ακούσει;

Έλα 'δώ, εσύ κοπέλα μου, πού κάθεσαι τόση ώρα μπροστά στον καθρέφτη ή ξενυχτάς στις διασκεδάσεις. Έλα, εσύ νέε μου, πού δαπανάς το χρόνο σου τρέχοντας με τις μηχανές δεξιά κι αριστερά. Έλα 'δώ, εσύ κυρά μου, πού όλη μέρα συργιανάς στις βιτρίνες. Πού σπαταλάτε το χρόνο σας! Δέ' σου ζητώ πολλά• άπ' όλη την ήμερα, πέντε λεπτά να γονατίσεις να κάνης λίγη προσευχή, να μιλήσεις με το Θεό.

Βλέπω κ' εσένα τον άντρα, ώρα ολόκληρη να διαβάζεις έντυπα μέχρι και τα ψιλά γράμματα. Σε βλέπω στο τραίνο ή στο σπίτι να ξεκοκαλίζεις εφημερίδες και περιοδικά. Τι βρίσκεις εκεί; Είδατε άνθρωπο μ' ένα καλάμι —με συγχωρείτε— ν' ανασκαλεύει τα κοπριά; Ένα τέτοιο πράγμα γίνεται• βρώμα και δυσωδία...

Έλα λοιπόν, Χριστιανέ μου, αν είσαι βαπτισμένος ορθόδοξος, άνοιξε πέντε λεπτά το Ευαγγέλιο, διάβασε με τη γυναίκα και τα παιδιά σου, ν' ανοίξουν τα μάτια σας.
Τι άλλο. Πάρτε μολύβι, μετρήστε τις ώρες. "Όλη ή εβδομάδα έχει 168 ώρες. Από αυτές Τι σου ζητάει ό Θεός; Μια ώρα να εκκλησιαστής.

Άπ' το «Ευλογημένη ή βασιλεία του Πατρός...» μέχρι το «Δι' ευχών των αγίων πατέρων...» μια ώρα είναι. "Αν ό παπάς πει, Ελάτε στην εκκλησία να κάνουμε αγρυπνία, ποιοι πηγαίνουν; Φωνάζει ό διάβολος, και τρέχουν στα «μαντριά» του και μένουν εκεί και πέρα άπ' τα μεσάνυχτα. Στην εκκλησία ρωτάνε• Πότε θα σχολάσει;... Τέλος, Χριστιανέ μου, ό Θεός σου δίνει κάθε χρόνο ένα νέο κύκλο ήμερων. Κάθε έτος είναι ένα κομπολόι με 365 χάντρες, κάθε μέρα και μια χάντρα χρυσή. Ναι, χρυσή• ό χρόνος είναι χρήμα. Λοιπόν από τις 365 μέρες αφιέρωσε μία μέρα και έλα στο πνευματικό ιατρείο, στην εξομολόγηση. Για την υγεία του σώματος τρέχεις σε ιατρεία και νοσοκομεία. Για την ψυχή Τι κάνεις; Από τις 365 μέρες, λοιπόν, μια μέρα πήγαινε να βρεις έναν έξομολόγο, να γονατίσεις να πεις τα κρίματά σου.

Δυστυχώς ούτε πέντε λεπτά για προσευχή, ούτε πέντε λεπτά για αγία Γραφή, ούτε μια ώρα για εκκλησιασμό, ούτε μια μέρα για εξομολόγηση. 
Έ, τότε λοιπόν...
Αδελφοί μου• πήρα τη λίρα αύτη πού γράφει επάνω «Καιρώ δεκτώ έπήκουσά σου» και την έκανα λιανά, να την καταλάβετε όλοι. Τώρα ποιος από σας θα εφαρμόσει; Ποιος από αύριο θα βάλει δρομολόγιο; Ποιος θα σηκωθεί πρωί κι αντί να κοιτάζει τον καθρέφτη θ' άνοιξη τον καθρέφτη τον πνευματικό, την αγία Γραφή, να διάβαση; Ποιος θα γονατίσει στο σπίτι να κάνη προσευχή; Ποιος θ' αρχίσει κάθε Κυριακή να 'ρχεται στην εκκλησία; Ποιος θα πάει να βρει πνευματικό πατέρα να εξομολογηθεί; Μέσα στον καιρό αυτό της ζωής μας πρέπει να γίνουν αιτία. Και λάβετε ύπ' όψη σας, αδελφοί μου, ότι ό καιρός είναι λίγος, ας φαίνεται πολύς. Το λέει ή Εκκλησία μας κάθε φορά• «Τον υπόλοιπων χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετάνοια εκτέλεσε παρά του Κυρίου αιτησώμεθα». Πόσος είναι ό χρόνος της ζωής μας, πόσο θα ζήσουμε ακόμη; Μήπως..., μήπως άχρονος αυτός είναι ό τελευταίος μας; Τι λέω; Μήπως ό μήνας αυτός είναι ό τελευταίος; Τι λέω; Μήπως αυτή ή βδομάδα πού έρχεται είναι ή τελευταία μας; Τι λέω; Μήπως ή σημερινή μέρα είναι ή τελευταία μας; Για διαβάστε Τι γίνεται καθημερινώς.

Κάποιος δήμαρχος είχε καλέσει σ' ένα ξενοδοχείο της Κηφισιάς τους φίλους του, πολιτικούς, υπουργούς και άλλους, να γιορτάσουν μαζί τα γενέθλια του. Μαζεύτηκαν, κ' ήταν όλοι χαρούμενοι. Τραπέζι στρωμένο, λουλούδια, μουσικές. Είχε στην τσέπη και τα χαρτιά έτοιμα να τους προσφώνηση. Στεκόταν στην πόρτα, τους υποδεχόταν και φωτογραφιζόταν. Άλλα προτού να καθίση στο τραπέζι έλαβε κλίση! Δεν το περίμενε την ώρα εκείνη. Του ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Τι κεραυνός; Καρδιακή προσβολή! Έπεσε κάτω, τον πήρανε στα χέρια, πάει... Και οι καλεσμένοι; πού να καθίσουν να φάνε! Όσοι είστε από χωριά μπορεί να 'χετε δει το εξής• να βόσκουν τα ορνίθια στο λιβάδι, και ξαφνικά, εκεί πού τρώνε το χορταράκι τους, να βουτάει το γεράκι, ν' αρπάζει μια όρνιθα και να φεύγει. Τότε τ' άλλα ορνίθια ταράζονται. Έτσι, αδελφοί μου, πέφτει κι ό χάρος, σαν γεράκι πού αρπάζει. Σε αρπάζει στο μαγαζί, στο δρόμο, στην πλατεία, στο γάμο, στα βαφτίσια, στις εκλογές, όπου να 'ναι. Αρπάζει γέρους με άσπρα μαλλιά, αλλά και μωρά από τις κούνιες.

Αδελφοί μου, έως πότε αναίσθητοι; έως πότε δεν θα σκεπτώμεθα την αιωνιότητα;
«Καιρώ δεκτω έπήκουσά σου». Σ ένα αρχαίο βιβλίο διάβασα, ότι στα παλιά τα χρόνια ήταν ένας βασιλιάς πού είχε την εξής αρχή. Όπου άπλωνε το βασίλειο του με τα φουσάτα (το στρατό) του, είχε δυο σημαίες, μία άσπρη και μία μαύρη. Όταν πλησίαζε σε μια πόλη, ύψωνε τη λευκή σημαία, πού σήμαινε• όσο είναι υψωμένη αυτή, στρατιώτης δεν επιτρέπεται να πειράξει τίποτα, ούτε μύτη ν' άνοιξη• κ' είχαν δικαίωμα όλοι να του ζητήσουν ό,τι θέλουν. Αυτό ήταν μια προθεσμία. Περνούσε ή προθεσμία; Κατέβαζε την άσπρη σημαία, ύψωνε τη μαύρη, και τότε κλάψτε μάνες! Σε ανθρώπους, σπίτια, χωράφια άρχιζε τσεκούρι καί φωτιά... 
Με καταλάβετε; Ό Χριστός μας, ό καλός Βασιλιάς του κόσμου, υψώνει τώρα λευκή σημαία πάνω από τον κόσμο, τον τίμιο σταυρό του. Ελάτε αμαρτωλοί, ελάτε κόσμε, όσο υπάρχει καιρός• «Καιρώ δεκτω...» Θα 'ρθη ώρα πού θα κατεβάσει τη σημαία της αγάπης και του ελέους, και τότε θα κλείσουν οι πόρτες. Θα 'ρθης μια μέρα και θα βρεις την πόρτα της εκκλησίας κλειστή• θα χτυπάς, παπάς και ψάλτης δέ' θα ύπάρχη. Τα άστρα και ό ήλιος θα σβήσουν, τα ποτάμια θα ξεραθούν. Θα είναι εποχή της κρίσεως και δικαιοσύνης. Αδελφοί μου! Όσο ζούμε στο μάταιο αυτό κόσμο ας μετανοήσουμε, ας κλάψουμε, ας ζητήσουμε το έλεος του Θεού. Καί να μας αξιώσει ό Θεός, το υπόλοιπο της ζωής μας να το περάσουμε «εν ειρήνη και μετάνοια», δια πρεσβειών της Θεοτόκου και όλων των αγίων αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ ΜΑΤΘ. Β` ΚΟΡ. 6,1-10
Όσο υπάρχει καιρός!...

«Καιρώ δεκτώ έπήκουσά σου» (Ήσ. 49,8' Β' Κορ. 6,2)

Επίσκοπος Αυγουστίνος
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΕ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΗΝ 11-7-1965.
ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 6-2-2005